Βασίλης Βασιλικός: «Το ευρώ κόντυνε την Ευρώπη κατά δύο γράμματα – κι αυτό υπήρξε η ήττα της»

Ο συγγραφέας μιλά για τη σπουδαία πορεία του, τα παιδικά του χρόνια, το κλασικό πλέον «Ζ» που παρουσιάζεται στην Εθνική Λυρική Σκηνή, το πρώτο του βιβλίο και τη συνεργασία με τη σύζυγό του, Βάσω Παπαντωνίου, στη μετάφραση του έργου του Μπαλζάκ «Μασιμίλα Ντόνι»



4 Απριλίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 10:01 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 10:01 μμ


 

Της Μάνιας Ζούση / [email protected]

Αποκαλύψεις, εξομολογήσεις και άγνωστες πτυχές ενός χειμαρρώδους βίου προσφέρει γενναιόδωρα στη «Νέα Σελίδα» ο Βασίλης Βασιλικός, μιλώντας για τις ιστορίες του παραμυθά παππού του, που τον μύησε στο «αληθώς ψεύδεσθαι» της λογοτεχνίας, για τους καθημερινούς ανθρώπους που τον ενέπνευσαν αλλά και για το «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» του Παπαδιαμάντη που τον έκανε, όπως λέει, συγγραφέα. Χαρακτηρίζει alter ego του τον «Γλαύκο Θρασάκη», ενώ ομολογεί ότι έγραψε το «Ζ» θέλοντας να επηρεάσει τους δικαστές στην απόφαση που θα έπαιρναν για τους ενόχους της δολοφονίας Λαμπράκη. Σήμερα, λέει ακόμα, ο εχθρός είναι αόρατος και «μην ξέροντας το πρόσωπο του “κακού” δεν μπορείς να περάσεις στη μυθοπλασία», ενώ από τα βέλη του δεν ξεφεύγουν η Αμερική και η Ευρώπη.

Πόσο καθοριστικές υπήρξαν η καταγωγή και η οικογένεια για την εξέλιξή σας ως συγγραφέα; Πώς θυμάστε τα παιδικά και τα εφηβικά σας χρόνια;

Η οικογένεια και το σχολείο που επιλέγει για ένα παιδί της είναι και τα δύο απόλυτα καθοριστικά για την εξέλιξη ενός παιδιού. Στάθηκα τυχερός με τους γονείς μου, διότι η μεν μητέρα μου, που αποφοίτησε από τη Σχολή Καλογραιών της Τήνου, τις Ουρσουλίνες, εκτός από γαλλικά, έπαιζε και πιάνο. Και ο πατέρας μου, δικηγόρος – ποινικολόγος το επάγγελμα, ήταν λάτρης του Παπαδιαμάντη και αριστερός πρώτα, ώσπου με τον Στάλιν πέρασε στη δημοκρατική παράταξη, όπου και εξελέγη βουλευτής στις εκλογές του 1936 με το κόμμα του Ελευθέριου Βενιζέλου. Την προηγούμενη χρονιά είχε μετάσχει στο Κίνημα της Δημοκρατικής Αμυνας -όταν το θωρηκτό «Αβέρωφ» βομβάρδισε την Καβάλα- και καταδικάστηκε σε θάνατο. Το πρωί όμως που θα γινόταν η εκτέλεση δόθηκε ανέλπιστα χάρη στους πολιτικούς στασιαστές από τον βασιλέα και εκτελέστηκαν μόνον οι στρατιωτικοί. Εχω τη φωτογραφία, την παραμονή, που με κρατά στην αγκαλιά του πίσω από τα σίδερα της φυλακής, εννέα μηνών βρέφος.
Τα παιδικά μου χρόνια υπήρξαν τραυματικά λόγω του πολέμου. Πρώτα στην Καβάλα, όπου μπήκαν οι Βούλγαροι, και μετά στη Θεσσαλονίκη, όπου υπήρχαν οι Γερμανοί. Ο πατέρας μου προτίμησε τους ναζί από τους Βούλγαρους, γιατί φοβόταν μην επαναληφθεί εκείνο που έγινε το 1913, τότε που οι Βούλγαροι είχαν προσαρτήσει την Καβάλα και πήραν ομήρους που δεν επέστρεψαν ποτέ. Θυμάμαι να πηγαίνω στο Δημοτικό του Βαλαγιάννη περπατώντας ανάμεσα σε σκελετωμένα πτώματα. Η πείνα θέριζε και η μαύρη αγορά ανθούσε. Η μάνα μου έδωσε τα κοσμήματά της για ένα σακί αλεύρι. Οι εμπειρίες της Κατοχής στάθηκαν καθοριστικές για την πρόωρη ωρίμανσή μου.
Στο Γυμνάσιο οι γονείς μου επέλεξαν το Κολλέγιο «Ανατόλια», που έδινε τότε υποτροφίες στους μη προνομιούχους. Οι περισσότεροι καθηγητές ήταν του ΕΑΜ, που δεν τους δέχονταν τα ιδιωτικά και τα δημόσια σχολεία. Το αμερικανικό κολλέγιο δεν είχε τέτοιες δεσμεύσεις. Οπότε όλοι οι καθηγητές ήταν άνθρωποι με κάποια ιδανικά. Υπήρχαν και δύο Αμερικάνοι καθηγητές, της ζωγραφικής και της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Οι πρώτες μου εργασίες στην Ε΄ Γυμνασίου ήταν για τον Σεφέρη και τον Λορέντζο Μαβίλη – και στα αγγλικά για τον Τ. S. Eliot και τον Dylan Thomas. Καταλαβαίνετε με τι εφόδια με προίκισε το σχολείο.

Μεγαλώσατε με ιστορίες. Ποια δεν θα ξεχάσετε ποτέ;

Μεγάλωσα με τις ιστορίες του παππού μου. Ηταν παραμυθάς και κυνηγός. Και οι δυο είναι γνωστοί για τα «ψέματα» που λένε. Ετσι μυήθηκα και στο κυνήγι και στην παραμυθία. Στο «αληθώς ψεύδεσθαι», που είναι η μαγιά της λογοτεχνίας.

Ποια υπήρξε η λογοτεχνική σας καταγωγή; Ποιοι συγγραφείς, βιβλία και ήρωες θα λέγατε ότι σας καθόρισαν;

Η λογοτεχνική καταγωγή μου ανήκει στην «Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης» του Ηρακλή Αποστολίδη -πατέρα του Ρένου και παππού των Ιρκου και Στάντη-, γιατί έγραφα και ποιήματα νεαρός, και στον Γάλλο συγγραφέα André Gide, που μου έμαθε τη γραφή μεταφράζοντάς τον. Επίσης, μεγάλο ρόλο έπαιξαν και τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, που τα ανέλυε ο Νίκος Παπαχατζής, ο κατοπινός μεταφραστής του Παυσανία. Θυμάμαι τον «Αμερικάνο». Στο διήγημα αυτό του Σκιαθίτη ο μετανάστης επιστρέφει στο γενέθλιο νησί του -ανώνυμο στο διήγημα- έπειτα από είκοσι χρόνια ξενιτεμού και «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» δεν τολμά να ρωτήσει αν η αρραβωνιαστικιά που εγκατέλειψε ακόμα τον περιμένει. Αυτό το «ως εκ δεισιδαίμονος φόβου» νομίζω πως με έκανε συγγραφέα. Οπως και το άλλο του Καρκαβίτσα, η πρώτη φράση «Ο πατέρας μου – μύρο το κύμα που τον σκέπασε…». Δεν λέει «πνίγηκε». Τέτοιες λεπτομέρειες όταν τις διδάσκεσαι από τα μαθητικά σου θρανία αποτελούν χρυσάφι για τα κατοπινά.

Πώς θα μας συστήνατε τον «Γλαύκο Θρασάκη»; Υπάρχει κάτι που θα λέγατε για εκείνον το οποίο δεν έχετε πει ή γράψει;

Τον «Γλαύκο Θρασάκη» θα σας τον σύστηνα ως το alter ego του βιογράφου του, δηλαδή του συγγραφέα του βιβλίου, που είμαι εγώ. Οχι εγώ ως αληθινό πρόσωπο, αλλά εγώ ως μυθοπλάστης. Είναι, νομίζω, ένα από τα πρώτα «μετανεωτερικά» μυθιστορήματα -ολοκληρώθηκε το 1976- και η τωρινή του έκδοση είναι αυτή, η πρώτη. Στη διάρκεια των ετών έκανα τρεις επανεκδόσεις με διαφορετική δομή, που στάθηκαν «αποτρεπτικές» για τους αναγνώστες. Ετσι, επέστρεψα στην αρχική μορφή, που είναι και η οριστική πλέον. Μια φράση του βιβλίου νομίζω πως το συνοψίζει: «Είμαι αυτό που με κάνουν οι ειδήσεις των εφημερίδων».

Ζήσατε στην πύρινη εποχή μετά τον πόλεμο, με την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετανάστευση, τη χούντα, τη Μεταπολίτευση… Πόσο χώρεσε αυτή μέσα στο έργο σας και πόσο ο κόσμος που ταξιδέψατε και ζήσατε μακριά από την Ελλάδα;

Ναι, έχω ζήσει όλα αυτά που αναφέρετε και είναι πραγματικά, όπως τα παραθέτετε, πάρα πολλά για να περάσει κανείς στη διάρκεια μιας ζωής. Αλλά απ’ όλα χειρότερο, παρότι κατ’ επιφάνεια αναίμακτο -αν εξαιρέσουμε τις αυτοκτονίες-, είναι αυτό που ζούμε εδώ και οκτώ χρόνια, διότι, ενώ σε όλα τα προηγούμενα υπήρχε ένας ορατός αντίπαλος, σε όποια παράταξη κι αν ανήκε κανείς, τώρα ο εχθρός είναι αόρατος. Ολα τα προηγούμενα δεινά έχουν περάσει με κάποιον τρόπο στα πολλά βιβλία που έχω γράψει. Με την κρίση, μην ξέροντας το πρόσωπο του «κακού», δεν μπορείς να περάσεις στη μυθοπλασία. Μόνο σε ημερολογιακές γραφές μπόρεσα εν μέρει να την αποδώσω. Εχοντας ζήσει περίπου σαράντα χρόνια της ζωής μου εκτός Ελλάδας, ο κόσμος του εξωτερικού -Ρώμη, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Βερολίνο, θυμίζει λίγο το παλιό τραγούδι «Ρώμη, Παρίσι, Νιου Γιορκ, Βουδαπέστη και Βιέννη, μπρος στην Αθήνα καμιά, μα καμιά σας δεν βγαίνει»- έχει διεμβολίσει εν μέρει τα έργα μου. Αλλά πάντα μέσω των Ελλήνων «πρωταγωνιστών» που μετανάστευσαν ή γεννήθηκαν στο εξωτερικό. Οι ξένες χώρες αυτές καθ’ εαυτές, με τα διαφορετικά τους ήθη, τους ρυθμούς και τα έθιμα, δεν με ενδιέφεραν συγγραφικά ποτέ.

Τι κρατάτε από τις συναντήσεις σας με τους διάσημους ανθρώπους στα μέρη που ζήσατε και ταξιδέψατε και τι από τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους; Ποιους δεν ξεχνάτε;

Τους επώνυμους που γνώρισα τους συμπεριέλαβα σε ένα βιβλίο με τον τίτλο «290 πρόσωπα». Οι απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, που μόνο «απλοί» δεν είναι, μου ενέπνευσαν νουβέλες και διηγήματα. Και δεν ξεχνώ παρά όσους πια δεν υπάρχουν.

Τι χαρακτηριστικά πρέπει να διαθέτει κάποιος για να γίνει ήρωας ενός μυθιστορήματός σας; Τι είναι αυτό που μπορεί να σας εμπνεύσει σήμερα;

Ηρωας ενός μυθιστορήματος μπορεί να γίνει κι ένα μυρμήγκι. Το απέδειξε ο Κάφκα με την κατσαρίδα στη «Μεταμόρφωση». Αυτό που εμπνέει σήμερα τους νέους είναι η εικονική πραγματικότητα του διαδικτύου. Εγώ λατρεύω ακόμα, ως παλαιός των ημερών, την πραγματική εικόνα.

Πόσο αισιόδοξος είστε για τον κόσμο μας, με μια Ευρώπη που δείχνει το άλλο της πρόσωπο και την ακροδεξιά να σηκώνει κεφάλι, την Αμερική του Τραμπ, τις πολεμικές συρράξεις, τους διωγμούς και την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων;

Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος γι’ αυτή την Ευρώπη, όπως κατάντησε μετά την αμαρτωλή Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992 και το 2000 έφερε το ακάλυπτο από κοινή ευρωπαϊκή άμυνα και κοινή ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική ευρώ. Το ευρώ κόντυνε την Ευρώπη κατά δύο γράμματα, το «π» και το «η». Κι αυτό υπήρξε η ήττα της. Οπότε μοιραία η ακροδεξιά σήκωσε κεφάλι, γιατί τέτοιες γκάφες περιμένει για να βγει ξανά στη σκηνή. Οσο για την Αμερική, περνάει την περίοδο της δικής της Βαϊμάρης. Ελπίζουμε ο δημοκρατικός της κατά βάση κόσμος να ξυπνήσει από τον λήθαργο προτού έχουμε τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου δεν θα μιλάμε πια για «πολεμικές συρράξεις», «διωγμούς» και «καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων», γιατί θα υπάρχουν μόνον πτώματα.

Το ντεμπούτο που… μόλις κυκλοφόρησε

Πώς οδηγηθήκατε στην πρώτη σας ιστορία και στο πρώτο σας βιβλίο, που μόλις επανεκδόθηκε;

Θα εννοείτε, ασφαλώς, το πρώτο μου μυθιστόρημα, «Τα σιλό», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Gutenberg. Αυτό το έγραψα σε ηλικία 15 ετών, το 1949, και αφορά στη βουλγάρικη κατοχή στην Καβάλα, όταν οι κατακτητές σχεδίαζαν να ανατινάξουν τους Κυλινδρόμηλους Γεωργή-Νικολετόπουλου για να υποχρεώσουν τους Ελληνες να εισαγάγουν σιτηρά από τη Βουλγαρία. Εκεί ο παππούς μου, ο μπαρμπα-Λιας του βιβλίου, που ήταν και το πραγματικό του όνομα, έπαιξε καθοριστικό ρόλο προκειμένου να σωθούν τα σιλό του μύλου. Ομως ο Βούλγαρος διοικητής της πόλης τον εκδικήθηκε φεύγοντας, σκοτώνοντας το αγαπημένο του σκυλί, τη Μις, που το έπαιρνε με το στανιό μαζί του στο κυνήγι. Το πυροβόλησε κι εκείνο έφτασε άγρια μεσάνυχτα στο σπίτι του παππού και μόλις τον είδε ξεψύχησε στο κεφαλόσκαλο. Για τη ναζιστική και την ιταλική κατοχή έχουν γραφτεί πολλά. Για τη βουλγάρικη μόνο ιστορικά ντοκουμέντα. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλο μυθιστόρημα. Αυτά κι άλλα πολλά αφηγούμαι στα «Σιλό».

Το θρυλικό «Ζ» στη Λυρική

Τι εντύπωση σας άφησε το «Ζ» που συνεχίζεται στην Εθνική Λυρική Σκηνή και τι είναι αυτό που θα θέλατε να μοιραστείτε με τους αναγνώστες μας για το πλέον δημοφιλές έργο σας που δεν έχετε πει;

Μου άφησε τις καλύτερες των εντυπώσεων. Η μουσική του Μπορμπουδάκη, το λιμπρέτο του Χατζηγιαννίδη, η σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου, τα σκηνικά της Μανιδάκη και τα κοστούμια της Σύρμα, οι μονωδοί και οι ηθοποιοί, κυρίως ο Δημήτρης Παπανικολάου, που ήταν ο Ζ-Λαμπράκης, αποτελούσαν ένα εναρμονισμένο σύνολο που μετέδωσε θαυμάσια το μήνυμα της ειρήνης. Οσο για τους αναγνώστες, τι θα θέλατε να πω; Εγώ το βιβλίο δεν το έγραψα για τους αναγνώστες, αλλά γιατί ο χρόνος της γραφής και της πρώτης έκδοσης συνέπιπτε με τη δίκη των ενόχων που ακόμα συνεχιζόταν και ήθελα να επηρεάσω τους δικαστές στην απόφαση που θα έπαιρναν. Γι’ αυτούς το έγραψα. Αλλά ήρθε η χούντα και αθωώθηκαν όλοι οι κατηγορούμενοι για τη δολοφονία. Για να μην πω «προήχθησαν».

Ο Μπαλζάκ και η σύζυγος

Μόλις κυκλοφόρησε το έργο του Μπαλζάκ «Μασιμίλα Ντόνι» που μεταφράσατε από κοινού με τη σύζυγό σας, Βάσω Παπαντωνίου. Πώς ήταν αυτή η συνεργασία αλλά και πώς είναι η συμβίωση σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούν η μουσική και η λογοτεχνία;

Ζούσαμε τότε στη Ρώμη. Και η Βάσω είχε τις παραστάσεις της στα θέατρα, όπου πάντα είχε τον ρόλο της «πριμαντόνας», κι εγώ τα βιβλία μου που έγραφα. Ανάμεσα στα δυο υπήρχε ένα κενό χρόνου. Κι αυτό θελήσαμε να γεφυρώσουμε μεταφράζοντας ένα κείμενο που θα μας εξέφραζε και τους δύο. Εμένα ως ομότεχνο και τη Βάσω ως θεματολογία. Και βρήκαμε το μυθιστόρημα του Μπαλζάκ που τα συνδύαζε και τα δύο. Το «Μασιμίλα Ντόνι» αφορά στην όπερα του Ροσίνι «Μωυσής», που ανέβηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Fenice της Βενετίας, εκεί όπου και η Βάσω πρωτοτραγούδησε, όταν την «απήγαγαν» οι Ιταλοί από την Ελλάδα. Στρωθήκαμε στη μετάφραση, που κράτησε δύο ολόκληρα χρόνια -κατά διαστήματα, φυσικά-, και παλεύαμε να ισορροπήσουμε τις δύο διαφορετικές εκδοχές που είχε ο καθένας μας για πολλές λέξεις και εκφράσεις του γαλλικού κειμένου. Το κάναμε σαν «χόμπι» περισσότερο και όχι ως μεταφραστές που πιέζονται από τον εκδότη να παραδώσουν μια μετάφραση. Κι έτσι το αποτέλεσμα νομίζω πως βγήκε πολύ καλό.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Τέχνη» στο φύλλο 43 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 1 Aπριλίου.