Ο Ερντογάν και η πολιτική ιστορία της Λιβύης



17 Ιανουαρίου 2020 · Ώρα δημοσίευσης: 11:45 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 11:50 πμ


Εν ονόματι του παρελθόντος, ο Τούρκος πρόεδρος δικαιολογεί την αποστολή των στρατευμάτων του σε μια χώρα που ήταν οθωμανική μέχρι το 1912. Εργαλειοποιεί την ιστορία για να δικαιολογήσει τους επεκτατικούς σχεδιασμούς του στην Ανατολική Μεσόγειο και, κυρίως, για να παραμείνει στην εξουσία, υποστηρίζει ο καθηγητής ιστορίας Οιλιβιέ Μπουκέ.

Ο πρόεδρος Ερντογάν αναπτύσσει στρατιωτικές δυνάμεις στη Λιβύη. Το ίδιο, εξάλλου, δεν έκανε και στη Συρία; Όχι ακριβώς. Η Τουρκία επεδίωξε να αναμειχθεί στη Συρία πριν πέσει θύμα της γεωγραφικής θέσης της. Ο Ερντογάν επιλέγει μια επεκτατική πολιτική στη Λιβύη και τη Μεσόγειο για να διατηρήσει την εξουσία. Η πολιτική ιστορία βρίσκεται στον πυρήνα τη διεθνούς στρατηγικής του. Απαντώντας στην ερώτηση της αντιπολίτευσης «τι δουλειά έχουμε στη Λιβύη;», αναπτύσσει ένα αφήγημα που ερμηνεύει το παρελθόν με βάση το παρόν: οι Οθωμανοί επιστρέφουν. τους περίμεναν. Η Οθωμανική αυτοκρατορία πρέπει να ανασυσταθεί, τουλάχιστον στα εδάφη που είχαν κατακτήσει οι σουλτάνοι, υποστηρίζει ο ερντογανισμός, χρησιμοποιώντας μια σειρά επιχειρημάτων.

Το πρώτο επιχείρημα είναι αντιαποικιοκρατικό. Η παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη εναντιώνεται σε μια «νέα Συνθήκη των Σεβρών». Η συνθήκη αυτή, που υπογράφτηκε το 1920, συρρίκνωσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ένα κολοβό κράτος. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί το σύνδρομο της Συνθήκης των Σεβρών, η οποία θεμελίωσε τη σύγχρονη Τουρκία, για να οργανώσει μια νόμιμη αμυντική αντεπίθεση εναντίον της συνομωσίας των χριστιανικών αποικιοκρατικών δυνάμεων και των παλιών (Κύπρος, Ελλάδα) και νέων συμμάχων τους (Ισραήλ, Αίγυπτος του Αλ Σίσι και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα). Το 1912, οι Λιβυκές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας παραχωρήθηκαν στην Ιταλία με μια συνθήκη που υπογράφτηκε στη Λωζάνη. Όπως, επίσης, ήταν στη Λωζάνη που υπογράφτηκε το 1923 η συνθήκη που καθόρισε τα σύγχρονα σύνορα της Τουρκίας. Ο Τούρκος πρόεδρος εκμεταλλεύεται το γεγονός ότι και οι δυο συνθήκες υπογράφτηκαν στη Λωζάνη.

Το δεύτερο επιχείρημα είναι νεοοθωμανικό. Η Λιβύη ήταν οθωμανική. Ωστόσο, η Λιβύη δεν είναι η Αλβανία, η Βοσνία ή η Μακεδονία, που βρίσκονταν στην καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήδη από τον 15ο αιώνα. Οι Οθωμανοί έθεσαν υπό τον έλεγχό τους μόνο τις ακτές της Κυρηναϊκής και της Τριπολίτιδας. επιπλέον, αυτό συνέβη μόνο μετά από τα μέσα του 16ου αιώνα και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Το 1711, επιβλήθηκε μια ημιαυτόνομη δυναστεία, οι Καραμανλί.

Το 1835, οι Οθωμανοί ανέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής. Εγκατέστησαν με μεγάλες δυσκολίες μια τοπική διοίκηση, η οποία αντιμετώπισε την εχθρότητα των τοπικών δυνάμεων και της Σανουσίγια, της πιο επίφοβης από τις μουσουλμανικές αδελφότητες της Σαχάρας. Παρόλα αυτά, η Οθωμανική παρουσία διήρκεσε αρκετά χρόνια, δεν επεδίωξε να αφομοιώσει τους τοπικούς πληθυσμούς και σεβάστηκε το Βορειοαφρικανικό ισλάμ. Εν συντομία, η Τουρκία γνώριζε καλά τη Λιβύη και σεβόταν τους πληθυσμούς της.

Η αρχή του τέλους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Το τρίτο επιχείρημα είναι αυτό της «αναγέννησης της Τουρκικής ισχύος». Νομιμοποιεί τον επεκτατισμό, εκμεταλλευόμενο τη συλλογική μνήμη για την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία επιταχύνθηκε μετά από την ήττα στη Λιβύη. Το Τουρκικό έθνος σφυρηλατήθηκε από «το τραύμα της οθωμανικού πένθους», σύμφωνα με τον ιστορικό Στεφάνo Γεράσιμο. Ο βαλκανικός πόλεμος του 1912 σηματοδότησε το τέλος μιας κυριαρχίας πέντε αιώνων στην Ευρώπη. Και συνέπεσε με την εξάλειψη της οθωμανικής παρουσίας στη Βόρεια Αφρική. Ήταν η αρχή του τέλους για την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ήταν, επίσης, η αρχή του Τουρκικού έθνους. Αυτές οι δυο ιστορικές εξελίξεις συνδέθηκαν στη Λιβύη και προεκτάθηκαν στα Βαλκάνια, ενώ ενσαρκώνονται από έναν άνδρα και από έναν μαχητή.

Το έθνος ενσαρκώνεται από τον Μουσταφά Κεμάλ, τον μελλοντικό Ατατούρκ. Πολέμησε εναντίον των Ιταλών στη Λιβυκή πόλη Τομπρούκ και, στη συνέχεια, εναντίον των Άγγλων και των Γάλλων στην Καλλίπολη. Για την Άγκυρα, αυτή η σύμπτωση είναι πολύτιμη: ο ερντογανισμός είναι δεν είναι ένας αντικεμαλισμός, αλλά ένας νεoκεμαλισμός. Η αυτοκρατορία ενσαρκώνεται από τον Ενβέρ. Ο Τουρκικός τύπος διαφοροποιεί τον Ενβέρ που έγινε πασάς το 1914 και ήταν ο ιθύνων νους της γενοκτονίας των Αρμενίων από τον Ενβέρ του 1911 που ήταν αξιωματικός της αυτοκρατορίας και παντρεύτηκε μια από τις κόρες του σουλτάνου.

Για πολλά χρόνια, το κεμαλικό καθεστώς διαπόμπευε τον Ενβέρ, καθώς τον είχε μετατρέψει στο σύμβολο της πολιτικής που οδήγησε στην ήττα του 1918 και την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Σήμερα, ο Ενβέρ έχει αποκατασταθεί και είναι ένα από τα κεντρικά πρόσω-πα του ερντογανισμού. Ο Κεμάλ και ο Ενβέρ ήταν αντίπαλοι στο πλαίσιο του τουρκικού εθνικισμού. Ωστόσο, συνδέονταν ως αξιωματικοί της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Πού; Στη Λιβύη. Υπάρχει μια φωτογραφία που τους απεικονίζει τον έναν δίπλα στον άλλο και μοιάζουν να χαμογελούν. Ο αυτοκρατορικός γαμπρός και ο πατέρας των Τούρκων πολέμησαν μαζί για τον σουλτάνο, αλλά και για το τουρκικό έθνος που το απειλούσαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις.

Το τέταρτο επιχείρημα είναι γενεαλογικό. Τα Βαλκάνια ανήκουν στον τουρκικό πολιτισμικό χώρο. Όχι, όμως, η Λιβύη. Πρέπει, λοιπόν, να βρεθούν άλλοι ιστορικοί δεσμοί. Ο ερντογανισμός αναπτύσσει μια διπλή γενεαλογία. Όλοι οι Τούρκοι προέρχονται από την Οθωμανική Αυτοκρατορία: κάθε Τούρκος πολίτης έχει έναν Οθωμανό, αν όχι μουσουλμάνο, πρόγονο εκτός των συνόρων της σημερινής Τουρκίας. Όλοι οι πολίτες των πρώην Οθωμανικών εδαφών έχουν έναν πρόγονο που προερχόταν από την Ανατολία και, άρα, από την Τουρκία. Επομένως, η Τουρκία οφείλει να δράσει.

Η είδηση είναι σε όλα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ο Φαγιέζ Σαράτζ, ο επικεφαλής της Λιβυκής κυβέρνησης την οποία αναγνωρίζει η διεθνής κοινότητα, έχει Τουρκική καταγωγή. Ένας από τους άμεσους πρόγονούς του ονομαζόταν Μουσταφά και καταγόταν από τη Μανίσα στην Ανατολία. Το 1840, στάλθηκε ως στρατιώτης στη Λιβύη. Η απόδειξη; Ένα απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του πατέρα του Λίβυου πρόεδρου έχει αναρτηθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: ο πατέρας του Σαράτζ διαβεβαιώνει ότι είναι «τουρκικής καταγωγής» και ότι διατήρησε τους δεσμούς του με την Τουρκία, καθώς το 1954 επισκέφτηκε τους Τούρκους συγγενείς του.

Για τον ερντογανισμό, ό,τι ήταν Οθωμανικό -η Κρήτη, η Κύπρος, τα νησιά του Ιονίου- είναι προορισμένο να ξαναγίνει. Σύμφωνα με τη ρητορική του Ερντογάν, τα «αποικιοκρατικά κράτη» -η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και οι σημερινοί σύμμαχοί τους- θέλουν να ξαναμοιράσουν τη Μεσόγειο. Είναι επιτακτικό να εμποδιστούν. Όπως και ο κεμαλισμός, ο ερντογανισμός είναι ένας «εθνικιστικός αντιιμπεριαλισμός». Παρόλο που η πυξίδα του παραμένει ισλαμιστική, ο τρόπος δράσης του είναι ένας συγκριτικός πραγματισμός. Χρησιμοποιεί όλα όσα συνέβαλλαν στην επιτυχία του, αλλά σε διαφορετικούς βαθμούς και ανάλογα με το πεδίο δράσης που επιλέγει: ο ερντογανισμός είναι ταυτόχρονα αντιαποικιοκρατικός και νεοοθωμανικός, ισλαμιστικός και κεμαλιστικός, εθνικιστικός και γενεαλογικός. Ο Ερντογάν κινεί ξεχωριστά ή μαζί όλα αυτά τα νήματα για να χρησιμοποιεί το παρελθόν προς όφελος του πολιτικού μέλλοντος του, με έναν και μόνο σκοπό: να παραμείνει στην εξουσία.

Ο Ολιβιέ Μουκέ είναι καθηγητής της Οθωμανικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Paris-Diderot και συγγραφέας του «Ottomans. Questions d’Orient», La Documentation française, «Documentation photographique», 2018.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στη Le Monde