Η σχετικά μεγάλη αποχή στις εκλογές του Μαΐου, σε συνδυασμό με το απολύτως χαμηλό ποσοστό συσπείρωσης του ΣΥΡΙΖΑ (58%), ευλόγως οδηγεί στην υπόθεση ότι αν εκείνοι που δεν πήγαν στην κάλπη των τελευταίων εκλογών αλλάξουν στάση, τότε το αποτέλεσμα των εκλογών του Ιουλίου θα είναι εντελώς αντίθετο εκείνου που ήδη οδηγεί τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας σε τυμπανοκρουσίες.
Του Μιχάλη Σπουρδαλάκη*
Όμως τα πράγματα δεν είναι απλά. Η αποχή, που προφανώς δεν ωφελεί τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν αποτελεί απλώς αποτέλεσμα της ταυτολογικής όσο και χαρακτηριστικής παρατήρησης της αείμνηστης Μελίνας «πρόεδρε, δεν αρέσουμε πλέον». Η αποχή όσων ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ το 2015 δεν αποτελεί ορθολογική αντίδραση στις παραλείψεις, υπερβολές, καθυστερήσεις και τα ηθελημένα ή ακούσια λάθη της κυβέρνησης τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια, αλλά έχει συγκροτηθεί κυρίως σε συναισθηματική βάση.
Κατά την άποψή μου, επηρεάζεται από το επιτυχημένο καθεστώς «μετα-αλήθειας» που κατάφερε σύσσωμη η αντιπολίτευση να επιβάλει και στο οποίο συγκροτήθηκε το γνωστό «αντιΣΥΡΙΖΑ σύνδρομο». Ένα σύνδρομο που συχνά οι ακραίες φωνές του φτάνουν στην υστερία («να φύγουν, να φύγουν, να φύγουν…»), υπονομεύει τον δημόσιο διάλογο και τη δημοκρατική αντιπαράθεση και οδηγεί σε φαινόμενα κοινωνικής και κυρίως πολιτικής «αντιπάθειας». «Αντιπάθεια» που ορίζει πλέον και την εκλογική συμπεριφορά (antipathy vote). Όμοια με εκείνη που σημειώθηκε στην καμπάνια του Brexit, στην άνοδο του Τραμπ ή στην επικράτηση του Μπολσονάρο.
Ωστόσο, πιστεύω ότι, παρά τις όποιες δικαιολογημένες αιτιάσεις έχει ο σκεπτικισμός της αποχής και την ισχυρή συναισθηματική της βάση, αφού συνεχώς τροφοδοτείται από fake news, εικονικά ή και φαντασιακά δίκτυα ισχύος και τη διαρκή επιφύλαξη ή εχθρότητα στην επιστημονική γνώση και τεκμηρίωση, εξακολουθεί να διατηρεί κάποιους ανοιχτούς διαύλους και επαφή με τον ορθολογισμό. Αν αυτό ισχύει, τότε οι ανορθολογικές, αντιδημοκρατικές και στην ουσία απειλητικές για την πολιτική και κοινωνική συνοχή «υποσχέσεις» του νεοδημοκρατικού σύμπαντος είναι δυνάμει αντιληπτές. Αρκεί κανείς να τις υπενθυμίσει.
Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν παρακάμψουμε την αντικομμουνιστική ρητορική μίσους (αλήθεια, κανένας εισαγγελέας δεν άκουσε κάτι;) σημαντικού μέλους της Νέας Δημοκρατίας, μέχρι την «καθυστερημένη διαγραφή» του, και την «υπόσχεση» άλλου στελέχους της ότι θα συμπεριφερθεί στα στελέχη της σημερινής κυβέρνησης με όρους αιχμαλώτων πολέμου, δεν μπορούμε να ξεχάσουμε: το κάλεσμα Σαμαρά για «ανακατάληψη των πόλεων»· τον πρύτανη των ΜΑΤ και βουλευτή Επικρατείας της ΝΔ που κατάφερε να αντιμετωπίσει τη διαμαρτυρία φοιτητών και εργαζομένων στο ΕΚΠΑ με το «φιλοδώρημα» μερικών ανοιγμένων κεφαλιών· την επιμονή στους «κινδύνους» και την «ωρολογιακή βόμβα» των «λαθρομεταναστών», οι οποίοι πρέπει να «αναχαιτίζονται» με αποτελεσματικότητα ή με φράκτες είτε ακόμη στέλνοντας τα πλοιάρια της απελπισίας τους στον βυθό του Αιγαίου· τις απειλές κατά δικαστών που τόλμησαν να ξεκινήσουν τη διερεύνηση σκανδάλων· την αδιαφορία τους για τα εγκλήματα της Χρυσής Αυγής, αφού, άλλωστε, κάποια περίοδο ένα σενάριο απέναντι στη «απειλή του ΣΥΡΙΖΑ» ήταν και η διερεύνηση συνεργασίας με τη «σοβαρή Χρυσή Αυγή». Πώς επίσης είναι δυνατόν να ξεχάσουμε την αξιολόγηση στο Δημόσιο, που θεωρούσε εξαρχής το 15% των υπαλλήλων «άχρηστο» και οδήγησε σε χιλιάδες απολύσεις επί υπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη; Ή τον, παρά τα προσχήματα, κρυφό θαυμασμό στον Όρμπαν, αφού με αυτές τις πολιτικές εξασφαλίζει άνετες πλειοψηφίες; Ή, τέλος, τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις ότι στρατηγικός στόχος της ΝΔ είναι η εξαφάνιση των «βλαμμένων ιδεών της Αριστεράς»;
Ακόμη κι αν οι προσχηματικοί τόνοι των τελευταίων δύο εβδομάδων προσπαθούν να αποκρύψουν τον εν πολλοίς αυταρχικό και ακροδεξιό χαρακτήρα της ΝΔ, οι πολιτικές της υποσχέσεις δεν επιδέχονται παρερμηνείας. Τελείως ενδεικτικά θυμίζω ότι η πολυδιαφημιζόμενη περικοπή των φόρων, πέρα από τις συνέπειες που θα έχει στη δραστική περικοπή των δημοσίων δαπανών, αφορά κυρίως σε επιχειρήσεις και μόνο στο 5% των πλέον εύπορων φορολογουμένων, όπως ακριβώς και η οριζόντια υπόσχεση για μείωση του ΕΝΦΙΑ, που, φυσικά, ευνοεί κυρίως τους μεγαλοϊδιοκτήτες.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και οι δηλώσεις Βρούτση, ότι η διευθέτηση του ιδιωτικού χρέους (120 δόσεις κ.ά.) αλλοιώνει τον ανταγωνισμό και πρέπει να επανεξεταστεί, η υπόσχεση για επαναφορά της πολιτικής επιστράτευσης για αντιμετώπιση των απεργιών, η επανίδρυση της ομάδας Δέλτα και των φυλακών τύπου Γ, η επέκταση των κοστοβόρων και συνήθως αντεργατικών εργολαβιών στον δημόσιο τομέα (φύλαξη, καθαρισμός κ.ά.), η αδιαφορία -αν όχι εχθρότητα- απέναντι στις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία και κυρίως στην έρευνα, που έχει ήδη μετατρέψει το brain drain σε brain gain, υπερδιπλασιάζοντας τα κονδύλια, σε περίοδο, μάλιστα, μεγάλης στενότητας. Τα παραπάνω φτιάχνουν ένα εντελώς εφιαλτικό σκηνικό, σε περίπτωση, βέβαια, που η αποχή δώσει έστω και προσωρινά την ευκαιρία σε νεοδημοκρατική κυβέρνηση.
Φυσικά, κάποιοι θα σκεφτούν ότι όλα αυτά τα ακραία δεν θα συμβούν, μια και ο εσμός των γυρολόγων πανεπιστημιακών και άλλων συμβούλων της οργανικής διανόησης (sic) θα προστατεύσει τον κ. Μητσοτάκη από τα σχετικά ατοπήματα. Αυτό μπορεί να ισχύσει μόνο στον βαθμό που ο τελευταίος θα αποφύγει συναντήσεις με τον γνωστό εξωγήινο στον Υμηττό. Αν όλα τα παραπάνω δεν κάμψουν τον σκεπτικισμό της αποχής και δεν σηκώσουν τους «απέχοντες» από τον καναπέ ή, ακόμη καλύτερα, δεν πουν «για τη δημοκρατία μας, ρε γ…τω», τότε θα είμαστε άξιοι της μοίρας μας.
* Καθηγητής Πολιτικής Κοινωνιολογίας, Κοσμήτορας της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστήμων του ΕΚΠΑ
Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 105 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 9 Ιουνίου 2019.
Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:
ΣΥΡΙΖΑ: Πού κατεβαίνουν υποψήφιοι τα «βαριά ονόματα»
Οι «ενδιάμεσοι» του αντιΣΥΡΙΖΑ μετώπου και η απάντηση της προοδευτικής κοινωνίας

