Η δικαιοσύνη στο… Κολοσσαίο

10

Αγαπημένο θέμα της αντιπολίτευσης η «ανομία», λειτουργεί πλέον καθημερινά και ως φθηνό reality για τα δελτία ειδήσεων των καναλιών. Οι τηλεοπτικές ανάγκες είναι, μάλιστα, τέτοιες, που το κλασικό αστυνομικό ρεπορτάζ αδυνατεί να τις καλύψει. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε; Η Αθήνα δεν είναι η Αθήνα, αλλά η Μπογκοτά των Βαλκανίων, με το έγκλημα να φωλιάζει πλέον σε όλους τους πόρους και τις πτυχές της πόλης.

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΧΑΙΡΑΣ

Το μήνυμα είναι απλό και σαφές, όπως αρμόζει σε κάθε γνήσια προπαγάνδα: σφραγίστε τις πόρτες. Η κυβέρνηση παρέδωσε την πόλη στις ορδές των δολοφόνων, των βιαστών και των κουκουλοφόρων. Ωραιότατα. Εδώ ήρθαμε… Ούτως ή άλλως, το έργο το έχουμε ξαναδεί. Αυτό που για πρώτη φορά συμβαίνει -και υπό αυτή την έννοια το πράγμα σοβαρεύει- είναι ότι η αναπαράσταση της πόλης ως Κόλασης του Δάντη ξεπερνά τις όποιες πολιτικές ή μιντιακές προτεραιότητες και κατευθύνεται σαν σφαίρα, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε ερήμην των σκηνοθετών της όλης παράστασης, στην καρδιά αυτού που συνηθίσαμε να θεωρούμε κοινά αποδεκτό αξιακό σύστημα. Ας το εξηγήσουμε με παραδείγματα. Πριν από λίγες μόνο ημέρες, μια δικηγόρος, η Νατάσα Τσουκαλά, γνωστή όχι μόνο στον νομικό κόσμο, αλλά και ευρύτερα για την προσήλωσή της στα ατομικά δικαιώματα, βρέθηκε στην Εντατική να δίνει κρίσιμη μάχη για τη ζωή της. Κι όμως, στο Κολοσσαίο του διαδικτύου βρέθηκαν επώνυμοι κι ανώνυμοι να χλευάζουν τις υπερασπιστικές επιλογές της, επειδή αυτές δεν ήταν της πολιτικής αρεσκείας τους, να καγχάζουν με το πάθημά της, επειδή αυτή, μια υπερασπίστρια ακτιβιστών, έπεσε θύμα της μανίας κάποιου κουκουλοφόρου, να τεμαχίζουν το καθήκον της υπεράσπισης κατά τις χολερικές ορέξεις τους. Να πεις σε μια χώρα, που ακούμπησε σε εποχές ανελεύθερες στο τολμηρό φρόνημα των δικηγόρων, πόσο σημαντική νομική αρχή είναι ότι ο καθένας -ακόμα και ο χειρότερος δολοφόνος- αξίζει υπεράσπισης πριν από μερικά χρόνια θα ήταν περιττό. Δυστυχώς, σήμερα δεν είναι. Η αρχαία σκουριά των πιο συντηρητικών απόψεων βγαίνει στην επιφάνεια, ο νομικός πολιτισμός ξηλώνεται, η βαρβαρότητα σφραγίζει τον δημόσιο λόγο. Εχει προηγηθεί η δημόσια υποστήριξη απόψεων ακραία συντηρητικών, που αντιλαμβάνονται με τρόπο κλασικά «χωροφυλακίστικο» τον ρόλο του σωφρονιστικού συστήματος. Το ανησυχητικό είναι, μάλιστα, ότι αυτοί που θεωρούν τον θεσμό των αδειών των κρατουμένων «πολυτέλεια» και χαρακτηρίζουν την ανάγκη της κοινωνικής επανένταξης «διανοουμενίστικη εμμονή» δεν ανήκουν πια στο πολιτικό περιθώριο, αλλά στον ηγετικό πυρήνα της ΝΔ. Με παρόμοιο τρόπο, νομοθετήματα, όπως αυτά που εισήγαγε ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Νίκος Παρασκευόπουλος για την αποσυμφόρηση των φυλακών και την επανένταξη των καταδικασθέντων, εμφανίζονται ως η αιτία της πιο βαριάς παραβατικότητας. Το ίδιο συμβαίνει και με τις δικονομικές εγγυήσεις, οι οποίες, υπό το πρίσμα της «ανομίας» και της ανάγκης να σφυρηλατηθούν ο «νόμος και η τάξη», αντιμετωπίζονται ως απόρροια της ιδεολογικής ηγεμονίας της Αριστεράς, που πρέπει επιτέλους να ανακοπεί. Θα υπάρξει απάντηση, άραγε, στο κύμα που χτυπάει από τα δεξιά τη Δικαιοσύνη ή η συντηρητική στροφή θα συμπαρασύρει κατακτήσεις και προοδευτικές τομές; Σήμερα, πάντως, οι δικηγόροι της χώρας προσέρχονται στις κάλπες για να εκλέξουν τις διοικήσεις τους. Και θα είναι, αναμφισβήτητα, η ψήφος τους ευθέως συνδεδεμένη με τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Παρ’ όλα αυτά, ο δικηγορικός κόσμος δεν απειλείται μόνο από την υπερφορολόγηση, αλλά και από απόψεις όπως οι παραπάνω, που σχετικοποιούν την ίδια την έννοια του δικαίου και υπονομεύουν την κοινωνική αποστολή του κλάδου. Συμβολικό ή μη, ο δικηγορικός κόσμος δεν ψηφίζει σήμερα μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για την ίδια την υπόσταση της δικαιοσύνης και την προστασία του νομικού μας πολιτισμού. Η Θέμις μπορεί να είναι τυφλή, οι υπηρέτες της, ωστόσο, χρειάζεται να έχουν τα μάτια ανοιχτά. Το απαιτεί όχι μόνο το δικηγορικό επάγγελμα, αλλά και η ποιότητα της δημοκρατίας μας.         Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 25 της εφημερίδας Νέα Σελίδα, 26/11/2017