Οι Σκοτεινές Πλευρές της Μόδας, στο Βερολίνο



13 Δεκεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 7:56 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 8:00 μμ
Fast Fashion. The Dark Sides of Fashion, exhibition view © Staatliche Museen zu Berlin, Museum Europäischer Kulturen / David von Becker


Η έκθεση «Fast Fashion: The Dark Sides of Fashion» (Γρήγορη Μόδα: Οι Σκοτεινές Πλευρές της Μόδας) σχεδιασμένη από το Μουσείο Τεχνών και Χειροτεχνίας του Αμβούργου (Museum für Kunst und Gewerbe Hamburg) φιλοξενείται στο Μουσείο Ευρωπαϊκών Πολιτισμών στο Βερολίνο μέχρι τις 2 Αυγούστου 2020 και εξετάζει με κριτικό πνεύμα τις συνέπειες της κατανάλωσης στη μόδα για τους παραγωγούς της και το περιβάλλον.

Για την παραγωγή ενός βαμβακερού t-shirt καταναλώνονται 2700 λίτρα νερού, τα οποία συχνά καταλήγουν να μεταφέρουν τοξικούς ρύπους στα ποτάμια τους μετά τη χρήση τους για τη βαφή. Οι άνθρωποι που ζουν σε χώρες όπως το Μπαγκλαντές υφίστανται τις συνέπειες μόνιμης ρύπανσης του περιβάλλοντος και μολυσμένων υπόγειων υδάτων. Στις χώρες αυτές οι γυναίκες κερδίζουν τα προς το ζην ως εργάτριες στη βιομηχανία ενδυμάτων. Αυξανόμενος αριθμός καταναλωτών χαρακτηρίζει τις συνθήκες εργασίας και τις αμοιβές των γυναικών άδικες.

Η έκθεση επιχειρεί μια ολοκληρωμένη ανάλυση του συστήματος της βιομηχανίας ενδυμάτων και των κοινωνικοοικονομικών και οικολογικών συνεπειών της. Φωτίζει το παγκόσμιο τρίγωνο καταναλωτισμού, οικονομίας και οικολογίας από διάφορες οπτικές γωνίες: μόδα και θύματα, φτώχεια και ευημερία, παγκόσμιο και τοπικό, μισθοί και κέρδη, είδη ένδυσης και χημικά προϊόντα, ένδυση και οικολογική ισορροπία.

Ραφή Jeans στο Σέμαρανγκ της Ινδονησίας, 2018 © M. Fuchs

Πώς μπορεί, λοιπόν, ένα T-shirt να κοστίζει λιγότερο από έναν καφέ καπουτσίνο; Η ενότητα της έκθεσης fast fashion εξηγεί πώς λειτουργεί η παγκόσμια βιομηχανία ταχείας μόδας και πώς είναι διασυνδεδεμένοι οι παραγωγοί και οι καταναλωτές.

Η ενότητα slow fashion παρέχει πληροφορίες για τις εκθέσεις μόδας στο Βερολίνο, όπως η Neonyt, στην οποία δημιουργικά μυαλά και σχεδιαστές μόδας καθορίζουν τάσεις και αναπτύσσουν καινοτόμες προσεγγίσεις και υλικά, ενώ επιδιώκουν να επιβραδύνουν τους ρυθμούς στη βιομηχανία.

Επιπλέον παρουσιάζονται πρωτοπόροι στο Βερολίνο σχεδιαστές που εξηγούν τι θεωρούν δίκαιη και βιώσιμη μόδα, από τη φιλική προς το περιβάλλον επαναχρησιμοποίηση, τις δίκαιες συνθήκες παραγωγής, έως τα ενδύματα κατασκευασμένα από πιστοποιημένα υφάσματα και τα πάρτι ανταλλαγής ρούχων.

Έτσι η έκθεση δεν προβληματίζει απλώς, αλλά ενθαρρύνει τους επισκέπτες να επανεξετάσουν τη συμπεριφορά τους ως καταναλωτές, να κάνουν θετικά βήματα και να συμμετάσχουν ενεργά στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της γρήγορης μόδας.

Στην είσοδο της έκθεσης παρουσιάζεται ένα βίντεο με δύο νεαρούς ανθρώπους να επιστρέφουν από τα καταστήματα μετά από «καταναλωτικό όργιο» και να εξηγούν γιατί αγόρασαν κάθε κομμάτι λέγοντας «κόστιζε μόνο 2 ευρώ» ή «απλά έπρεπε να το αγοράσω». Σε ένα άλλο βίντεο προβάλλονται στιγμιότυπα από επίδειξη μόδας υψηλής ραπτικής, που δείχνει όμορφα ρούχα και όμορφα άτομα – την αίγλη που μπορεί κανείς να συνδέσει εύκολα με τον κόσμο της μόδας. Οι επόμενες σκηνές, όμως, δείχνουν όμως την εκμετάλλευση στα εργοστάσια παραγωγής ενδυμάτων: εργάτριες που καταρρέουν και εξαντλημένες να κοιμούνται ανάμεσα σε στοίβες ρούχων. Στην έκθεση γίνεται σύγκριση του γοητευτικού κόσμου της μόδας και της οπτικής του καταναλωτή και της σκληρής πραγματικότητας της εμπειρίας του εργάτη.