Άρθρο της Λυδίας Κονιόρδου στη «Νέα Σελίδα»: Οι βέλτιστες λύσεις στη διαχείριση των μνημείων

Η μονοσήμαντη αντιμετώπιση των αρχαιοτήτων ως μουσειακών ειδών δεν αρκεί για την περαιτέρω επιβίωσή τους



7 Αυγούστου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:42 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:42 μμ


Η ανάδειξη και η διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων και των μνημείων, όπως και η ένταξή τους στον άμεσο περιβάλλοντα χώρο είναι ένα ζήτημα πάντοτε επίκαιρο και σύνθετο.

της Λυδίας Κονιόρδου – υπουργός Πολιτισμού

Διάφορες παράμετροι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κάθε φορά στη διαδικασία προγραμματισμού, σχεδιασμού και εφαρμογής. Οι αρχαιολογικοί χώροι βιώνονται ως τόποι «συλλογικής μνήμης» αλλά και «παράλληλες πόλεις», δηλαδή επάλληλα στρώματα ιστορικού χρόνου που συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται. Ενίοτε θέτουν εμπόδια, συγκρούονται ή αλληλοαγνοούνται, άλλοτε όμως είναι πηγή έμπνευσης και σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας.

Οι παρεμβάσεις ανάδειξης στους χώρους αυτούς είναι απαραίτητες προκειμένου να αποκατασταθεί η ισορροπία ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν, ανάμεσα στη συλλογική μνήμη, την ταυτότητα των κατοίκων και τη σύγχρονη ζωή, ώστε να δημιουργηθεί το μέλλον της πόλης ή της κοινότητας. Η λογική, η ένταση, η έκταση και η «ηθική» των παρεμβάσεων αυτών για την οργανική ένταξη του χώρου στο περιβάλλον, στον αστικό ιστό και στη δημόσια ζωή είναι ένα μεγάλο, σύνθετο πρόβλημα, που εμπεριέχει ζητήματα κοινωνικά, αισθητικά, ψυχολογικά ή συναισθηματικά, ιδεολογικά ή πολιτικά, θρησκευτικά αλλά και οικονομικά.

Με τον όρο οργανική ένταξη δεν νοείται μόνο η προσαρμογή κατασκευαστικών και μορφολογικών στοιχείων, αλλά και η λειτουργική και κοινωνική ένταξη που επιτυγχάνεται μέσα από την ενεργοποίηση του αρχαιολογικού χώρου και την οργανική επαφή του με την κοινότητα και τον επισκέπτη. Η μονοσήμαντη αντιμετώπιση των αρχαιοτήτων ως μουσειακών ειδών δεν αρκεί για την περαιτέρω επιβίωσή τους, ενώ παράλληλα η βιωματική εμπειρία του αρχαιολογικού χώρου και των μνημείων, μέσα από παράλληλες δράσεις πολιτιστικού και κοινωνικού περιεχομένου, επιτρέπει την ανάπτυξη οικειότητας με τους χώρους και τα μνημεία και, τελικώς, την ένταξή τους στη δημόσια ζωή.

Θεωρώντας ως δεδομένο ότι τα αρχαιολογικά αγαθά αποτελούν μέρος των μη ανανεώσιμων πλουτοπαραγωγικών πηγών και ότι η βιώσιμη διαχείρισή τους συνιστά εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της ανάπτυξης, καθίσταται προφανές ότι -σε ένα αναπτυξιακό περιβάλλον- η Αρχαιολογική Υπηρεσία υποχρεούται σε μικρό χρονικό διάστημα να επινοήσει τις βέλτιστες λύσεις για τη διάσωση, την προστασία, τη συντήρηση, τη διατήρηση, την παρουσίαση, την έκθεση, την ανάδειξη και τη διαχείριση του αρχαιολογικού αποθέματος.

Στο παρελθόν εφαρμόστηκαν διάφορες λύσεις. Δεν αποδείχτηκαν όλες ιδανικές, όμως η εμπειρία που αποκτήθηκε είναι πολύτιμη. Απόσταγμα της εμπειρίας αυτής είναι ότι απαιτείται αποτελεσματικός συνολικός σχεδιασμός (συντήρηση, ανάδειξη και διαχείριση των αρχαιολογικών χώρων) με όρους βιωσιμότητας. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνονται τόσο η ανάδειξη των μνημείων όσο και η προστασία -έτι περαιτέρω- του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής. Ετσι, το ελληνικό τοπίο αναδεικνύεται σε ένα ακόμα συγκριτικό πλεονέκτημα που συμβάλλει στη βιώσιμη ανάπτυξη.

Σε αστικά κέντρα, όπως, για παράδειγμα, στο κέντρο της Αθήνας, εκτός από τις συστηματικές παρεμβάσεις επί των μνημείων ή των επιμέρους αρχαιολογικών χώρων, τις σωστικές επεμβάσεις σε δημόσιες ή ιδιωτικές κατασκευές, εφαρμόστηκε παράλληλα ένα εκτεταμένο πρόγραμμα αστικών αναπλάσεων και κυκλοφοριακών ρυθμίσεων (σε συνεργασία με το ΥΠΕΚΑ), το οποίο βελτίωσε την εικόνα και τη λειτουργικότητα της πόλης. Ετσι, οι κυριότεροι αρχαιολογικοί χώροι της Αθήνας συνδέθηκαν οργανικά με κοινόχρηστους και ελεύθερους χώρους, μέσα μαζικής μεταφοράς, κοινωφελείς εγκαταστάσεις αλλά και χώρους πολιτιστικών δραστηριοτήτων και αναψυχής. Η περιοχή συσχετίστηκε με διαδρομές καθημερινής χρήσης από τους Αθηναίους, σε συνδυασμό με τις λειτουργίες του εμπορικού κέντρου, και συνδέθηκε με πολιτιστικές λειτουργίες. Ετσι, αποδόθηκε στους κατοίκους και στους επισκέπτες της πρωτεύουσας ένα αρχαιολογικό πάρκο μήκους 4 χιλιομέτρων και έκτασης 7.000 στρεμμάτων, ένα αισθητικά, περιβαλλοντικά και πολιτιστικά αναβαθμισμένο Ιστορικό Κέντρο.

Αντίστοιχα, σε μεμονωμένους αρχαιολογικούς χώρους, εντός ή εκτός οικιστικών πυρήνων, στοχευμένες δράσεις μετέτρεψαν ερειπιώνες σε κατανοητά για τους επισκέπτες μνημειακά σύνολα, αναδεικνύοντας τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως τόποι συνάντησης της πολιτιστικής κληρονομιάς με τη σύγχρονη δημιουργία. Στην Επίδαυρο, για παράδειγμα, εργασίες επί μνημείων και αποκαταστάσεις που απέδωσαν στα μνημεία τη χαμένη τους τρίτη διάσταση συνδυάστηκαν με παρεμβάσεις οργάνωσης της επισκεψιμότητας. Ακόμα, είναι σημαντική η ανάδειξη της πολιτιστικής διαδρομής των πέντε θεάτρων της Ηπείρου μέσα από ευρωπαϊκό πρόγραμμα.

Παράλληλα, η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να συνυπάρξει και να συνδεθεί με τις υποδομές της χώρας, με λαμπρό παράδειγμα το μετρό Θεσσαλονίκης, απ’ όπου προήλθε και η έκφραση «Και Αρχαία και Μετρό», την Ιονία Οδό κ.ά.

Είναι προφανές ότι η πολιτιστική πολιτική και, συνακόλουθα, η πολιτιστική διαχείριση επηρεάζουν και επηρεάζονται άμεσα από το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας και ταυτόχρονα επιδρούν στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον τόσο σε τοπικό (ενισχύοντας και την τοπική οικονομία) όσο και σε εθνικό επίπεδο. Η πολιτιστική μας κληρονομιά είναι μια μοναδική συλλογική πλουτοπαραγωγική πηγή, ένας «ζωντανός οργανισμός», που απαιτεί τη συνεχή φροντίδα και την προστασία όλων μας: του κράτους, των πολιτών και όλων των παραγόντων της ανάπτυξης. Ετσι μπορεί να προσφέρει βιώσιμη ανάπτυξη, αξιοπρέπεια και αυτοπεποίθηση στην πορεία της χώρας και των πολιτών.

Δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Ιδεογράμματα» στο φύλλο 61 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 5/8