Σε ένα ταξίδι μου στον κάτω κόσμο

Άρθρο του Πέτρου Κασιμάτη στα Ιδεογράμματα της Νέας Σελίδας



7 Ιανουαρίου 2020 · Ώρα δημοσίευσης: 7:29 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:34 μμ


Σε ένα ταξίδι μου στον κάτω κόσμο παρέα με την Περσεφόνη και τον σκύλο της με τα τρία κεφάλια κατάλαβα οριστικά ότι αυτή η πατρίδα έχει τελειώσει. Τις τελευταίες μου ψευδαισθήσεις τις διέλυσαν ένας γέρος με ξύλινη μαγκούρα και μια σχοινένια ζώνη στη μέση που μιλούσε συνεχώς για την Τροία, ένας άλλος συνομήλικός του που εξηγούσε ότι δεν μπορείς να διασχίσεις δυο φορές το ίδιο ποτάμι, ένας τύπος από την Αργεντινή -τυφλός συγγραφέας- που μου επαναλάμβανε «εγώ είμαι τυφλός, αλλά εσύ δεν βλέπεις», ο Κόφι Ανάν που χαχάνιζε στα κάτω δώματα του Αδη λέγοντας ότι «το σχέδιό μου ούτε οι Αφρικανοί θα μπορούσαν να το δεχτούν».

Του Πέτρου Κασιμάτη*

Στην παρέα προστέθηκε και ένας Αθηναίος διανοούμενος, ο Καμπούρογλου, ο οποίος έλεγε ότι τα έθνη πρέπει να κοιτάζουν μπροστά για να απογειωθούν, εκτός από την Ελλάδα που πρέπει να κοιτάζει πίσω.

Και όλα αυτά τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου, μέρες που στον πάνω κόσμο είναι γεμάτες με ψευδαισθήσεις, φτιαγμένες με κόπο από τους ιθύνοντες με επίσημα πολιτικά διαγγέλματα, με παρελάσεις, θούριους, τηλεοπτικά σχόλια, με φιλαρμονικές, ενώ την ίδια στιγμή αγνοούμε τη θανατερή παρακμή μας.

Πεθαμένοι διαμεσολαβητές και ειδικοί απεσταλμένοι για κυρίαρχα εθνικά ζητήματα της Ελλάδας μάς έλεγαν εκεί στου Αδη τα κάτω δώματα ότι «εμείς αν ήμασταν Μακεδόνες δεν θα διαπραγματευόμασταν το όνομά μας». Κι εκεί που ήμουν έτοιμος να ζήσω τον θρίαμβο μιας νέας ψευδαίσθησης για τον καινούριο χρόνο -έστω σε αυτή τη νεκροπολιτεία- ζωγραφίζοντας ένα «Ζ» στους τοίχους του Αδη, έχοντας ελπίδες ότι η ζωή στην Ελλάδα επιτέλους μπορεί να αλλάξει, ιδού ο Τσαρλς Μπουκόφσκι με το περίφημο τσιτάτο του: «Ο καχύποπτος και απαισιόδοξος είναι ρεαλιστής. Ο αισιόδοξος είναι ανόητος».

Τους είχα ξαναδεί όλους αυτούς το 2013. Τότε που πέθανα για πρώτη φορά. Ξέρετε, εγώ γεννήθηκα το 1962. Πέθανα το 2013 ύστερα από έναν οδυνηρό ερωτικό χωρισμό, που είναι η πιο θανατερή οδός, ο πιο βίαιος θάνατος. Αλλά τότε ήταν άνοιξη, είχαμε άλλα θέματα, δεν προλάβαμε να κουβεντιάσουμε για το νέος έτος στα παλάτια του Πλούτωνα. Αλλωστε, μετά εγώ αναστήθηκα χάρη στην καλοσύνη μιας γυναίκας, που ήταν άγγελος Κυρίου.

Στον πάνω κόσμο -σαν ξαναγεννήθηκα- έμαθα για τον αριστοτελικό χαρακτήρα των πραγμάτων, για το μέτρο, την αίσθηση και τη μεταφυσική. Οταν πλησιάζει, π.χ., το κυκλικό σου τέλος και ο φίλος σου που ήσασταν μέχρι εκείνη την ώρα μαζί χάνεται στη στροφή του δρόμου. Μάλλον πεθαίνει όταν παύεις να τον βλέπεις. Εμαθα ότι όλα έχουν το δικό τους νήμα ζωής. Τον αγγελιοφόρο, π.χ., τον σκοτώνουν όταν φέρνει το κακό μαντάτο.

Εγινα πάλι αισιόδοξος γιατί κοίταζα το παρελθόν. Μιλούσα για τους προσωκρατικούς κι επαναλάμβανα: «Γεννήθηκα στις αμμουδιές του Ομήρου. Σε μια χώρα που όπου κι αν κοιτάξεις υποψιάζεσαι τη θάλασσα». Είχα δίκιο, αλλά απομακρυνόμουν από την οδυνηρή πραγματικότητα.

Οι νιφάδες λογοτεχνίας στα γραπτά μου με οδηγούσαν στον θρίαμβο της μαγικής τέχνης των αντικατοπτρισμών. Τα ερεθίσματά μου ήταν πια από τους αφρούς στα κύματα της Ιωνίας, από τη μεταφυσική του φωτός, από το παιχνίδισμα των αριθμών και τα σύμβολα από τα χαμένα βασίλεια του κόσμου. Με ρωτούσαν ποιο είναι το υλικό της γραφής μου. Τους απαντούσα: μια ελιά, λίγη ρίγανη, το χρυσάφι της υπομονής, το αλάτι από τα χέρια του Κοσμά του Αιτωλού. Ακόμα, η Παναγία των Πατησίων, που έλεγε ο Γκάτσος.

Ταξίδεψα πολύ. Βρέθηκα στον τάφο του Κύρου στις Πασαργάδες. Μάλλον ενός από τους μεγαλύτερους βασιλιάδες της αρχαιότητας. Από αυτόν εμπνεύστηκα και το προηγούμενο έργο μου «Περί Κύρου Περί Ουρανού». Εδωσε εντολή να γραφτεί στον λιτό του τάφο. «Ξένε. Είμαι ο Κύρος ο βασιλιάς του κόσμου. Ηξερα ότι θα έρθεις. Αλλά μην φθονήσεις τη σκόνη που βρίσκεται πάνω από τα κόκαλά μου».

Αυτό το μεγαλείο το συνάντησα και ως ρεπόρτερ. Αλλά ήταν πολύ πιο πάνω από τη σημερινή λογοτεχνία αυτός ο στίχος που έγραψε τότε ο μεγάλος σοφός βασιλιάς. Ελεγα ότι είναι ένας δρόμος που μας απομακρύνει από τη φθορά. Ενας δοκιμασμένος γρίφος που με τον δικό του κλειδάριθμο ανοίγουμε τις πύλες για τον δικό μας χαμένο παράδεισο. Ποίηση τελικά είναι οι παράδεισοι που ζήσαμε.

Με ρωτούσαν την εποχή της κρίσης που ζούμε ποιος είναι ο ρόλος της ποίησης; Και δεν έβλεπα τη θαλπωρή του φρέντο, την παρέλαση των κοριτσιών αλά Μόντι Πάιθονς στη Νέα Φιλαδέλφεια, την ελλαδική κοινωνία με τα ζόμπι που παρελαύνουν σε έναν ωκεανό αμάθειας και σημαιοστολισμένο εξευτελισμό.

Ημουν στον πάνω κόσμο και δεν έβλεπα ότι εμείς οι ίδιοι έχουμε ηττηθεί. Δεν έβλεπα αυτό που μου έλεγε στον Αδη ο Μπόρχες: «Εγώ είμαι τυφλός, αλλά εσύ δεν βλέπεις». Ενας φίλος μου, πιλότος της Πολεμικής Αεροπορίας, από τη φωλιά των Μιράζ μου έλεγε: «Θα πάρουν οι Τούρκοι ένα δυο νησιά κι εμείς στην αθηναϊκή χωματερή θα λέμε “δεν πειράζει, αφού δεν έχουν απειλήσει τη θαλπωρή της πρωτεύουσας”».

Ο εισοδισμός στη ζωή μας ξένων, αλλόκοτων αξιών είναι σαν αυτό που έχει πει ο Ελύτης: «Ηρθαν οι εχθροί μας ντυμένοι φίλοι». Καταβροχθίσαμε ωμά το… αποκαλυπτικό παραμύθι ότι οι ήρωες του ’21 ήταν περιφερόμενοι κατσαπλιάδες και ότι οι μόνοι που μας έσωσαν ήταν οι φιλέλληνες και οι ξένοι στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Στον κάτω κόσμο σκεπτόμουν ότι μια ευχή αληθινή για κάθε νέα χρονιά είναι να βρούμε την ελληνικότητά μας. Γιατί αυτή η αναζήτηση θα μας δώσει μεγάλα αποθέματα χαράς. Μου το επιβεβαίωσε ο Ομηρος, καθώς μου μιλούσε ξανά και ξανά για την Τροία. Και ο Ηράκλειτος μου είπε για την πατρίδα και την τελευταία της ευκαιρία, που είναι η ποίηση στα πάντα. Δηλαδή, π.χ., όταν ένα παιδί πεινάει πρέπει να παραιτείται ο πρωθυπουργός μιας χώρας. «Μια απόπειρα να γράψεις κάτι που δεν έχει γραφτεί μέχρι στιγμής μπορεί να γεννήσει έναν καταπληκτικό στίχο», μου είπαν οι νεκροί εδώ και αιώνες προσωκρατικοί φιλόσοφοι.

Ο Μπόρχες πρόσθεσε: «Εγώ είμαι μισός Αργεντινός, μισός Ελληνας. Σ’ το είχα πει σε μια συνέντευξη που μου είχες πάρει το 1984, δύο χρόνια πριν πεθάνω. Να αποδίδεις δικαιοσύνη. Και όταν λες “Βυζάντιο” και εννοούν σκοταδισμό να τους μιλάς για τον Ρωμανό τον Μελωδό, τον Βασίλειο Βουλγαροκτόνο, τον Ρωμανό Διογένη. Κι όταν τους λες “Ελληνισμός” αυτοί θα το παραποιούν, θα σε λένε τουρκοφάγο ή περίπου χρυσαυγίτη. Να επιμένεις αντίθετα στη βαρβαρική Δύση».

Στα παλάτια του Αδη έμαθα ότι το χειροκρότημα κωφεύει και τα διάσημα θαμπώνουν. Οι σοφοί νεκροί -Ελληνες και ξένοι- με τους οποίους έκανα παρέα μού είπαν να πάψει η πατρίδα να είναι ένα κράτος μιμητικό και ότι είναι χρέος των ζωντανών σαν κι εμένα που πιστεύουν ότι η Ελλάδα τελείωσε, να μην χτίζουν πάνω στη σχιζοφρένεια. Μαζεύτηκαν όλοι γύρω μου, ο Μπόρχες, ο Ηράκλειτος, ο Ομηρος, ο Χόλμπρουκ, τρείς διάσημοι διπλωμάτες, ο δάσκαλός μου, Νεοκλής Σαρρής, και μου μήνυσαν: «Είναι ένα στοίχημα όλα αυτά. 999 φορές στις 1.000 χάνεις. Αλλά ο Θεός σού λέει να παίξεις».

*συγγραφέας

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» στο φύλλο 135 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 5/1/2019

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:Τα δυνατά χαρτιά Μητσοτάκη στη συνάντηση με Τραμπ – Τι θα συζητήσουν πίσω από τις κλειστές πόρτες