Στοχευμένη στάθμιση αναγκών και προτεραιοτήτων



27 Ιανουαρίου 2020 · Ώρα δημοσίευσης: 7:49 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 7:49 μμ


Η τουρκική παραβατικότητα είναι πράγματι φαινόμενο διαρκώς εντεινόμενο και, μάλιστα, κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση. Πιο σωστά, η παραβατικότητα την οποία επιλέγουν ως μέθοδο προώθησης των συμφερόντων τους η πολιτική ηγεσία και το πολιτικό σύστημα του τουρκικού κράτους με ηγεμόνα τον Ερντογάν.

Του Θοδωρή Δρίτσα*

Αναμφίβολα δε οι επιλογές αυτές συνδέονται στενά και επικαθορίζονται από τον εδώ και χρόνια καλλιεργούμενο εθνικιστικό μεγαλοϊδεατισμό, με στοχεύσεις τόσο προς το εσωτερικό της χώρας όσο και προς τη διαμόρφωση νέων συσχετισμών στη διεθνή σκηνή.

Τίθεται, βεβαίως, συνεχώς το υπαρκτό ερώτημα πόσα ανοιχτά μέτωπα μπορεί να αντέξει η Τουρκία, με δεδομένο ότι πράγματι ο Ερντογάν δεν έχει σταματημό, πόσω μάλλον όταν βάσιμες αξιολογήσεις αναδεικνύουν έντονα επισφαλή στοιχεία για το μέλλον της Τουρκίας, για την οικονομία της, για την κοινωνική συνοχή και για τις συμμαχίες της. Το ερώτημα, πάντως, προς το παρόν παραμένει αναπάντητο. Ολα είναι δυνατά και κανείς δεν μπορεί να είναι απολύτως βέβαιος για τίποτα. Είναι γι’ αυτό που αξιολογήσεις εφησυχασμού και υποτίμησης από τη μια, όπως και αξιολογήσεις πανικού από την άλλη ουδόλως βοηθούν στην επαρκή και ψύχραιμη εκτίμηση των κινδύνων.

Εδώ ακριβώς καταγράφεται η ανάγκη αξιολόγησης του διευρυμένου πεδίου στο οποίο εκδηλώνεται και αναπτύσσεται η τουρκική παραβατικότητα. Εχουμε συνηθίσει να αναγνωρίζουμε το φαινόμενο και να το μετράμε μόνο σε ό,τι αφορά στα δικά μας θέματα. Στην Κύπρο, στο Αιγαίο και τελευταία πλέον και στη Μεσόγειο. Η σοφή Συμφωνία των Πρεσπών επικαιροποίησε την ύπαρξη κι άλλων υπαρκτών πεδίων στα βόρεια σύνορά μας, ευτυχώς αποτρεπτικά αυτή τη φορά και προς επίτευξη στόχων προώθησης πρωτοβουλιών ειρήνευσης και συνεννόησης στα Βαλκάνια.

Το πιο σημαντικό όμως, κατά τη γνώμη μου, πρόσφατο συμβάν είναι η εισβολή της Τουρκίας στη Συρία και η ανοιχτή παραβίαση συνόρων κράτους-μέλους του ΟΗΕ. Γιατί εδώ η παραβατικότητα έγινε ανεκτή και «ευλογήθηκε», όχι μόνο από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και -το πιο ακραίο- από κοινού από ανταγωνίστριες υπερδυνάμεις όπως η Ρωσία και οι ΗΠΑ – για τους δικούς της λόγους η κάθε μία. Κατόπιν αυτού ακολούθησε η συμφωνία της Τουρκίας με τη «νόμιμη» κυβέρνηση της Λιβύης για την ΑΟΖ – και εδώ χωρίς αποτελεσματικές αντιδράσεις.

Δεν μπορούμε επομένως να βλέπουμε μόνο τον τουρκικό εθνικισμό, κάνοντας ότι δεν βλέπουμε τη διεθνοποιούμενη, διαρκώς εντεινόμενη όξυνση των ανταγωνισμών, η οποία πλέον απειλεί ανοιχτά εκ νέου την παγκόσμια ειρήνη, πολλαπλασιάζοντας την ανασφάλεια, που θρέφει νέους εθνικισμούς και νέους πολέμους. Σε αυτά τα πεδία διαρκούς όξυνσης των ανταγωνισμών, σε αυτό το αρνητικό περιβάλλον διεθνών εξελίξεων κινείται η Τουρκία. Γι’ αυτό και γίνονται ανεκτές η επιθετικότητα και η παραβατικότητα που χαρακτηρίζουν την τουρκική πολιτική.

Είναι προφανής κοινός τόπος η ανάγκη διατήρησης σε εγρήγορση της αποτρεπτικής ισχύος των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Οχι όμως με τη λογική που από πολλές πλευρές αναπτύσσεται, εγκλωβίζοντάς μας στο αμφιλεγόμενης και σαφώς αμφισβητούμενης συνέπειας προβαλλόμενο δόγμα ότι «όποιος επιθυμεί ειρήνη προετοιμάζεται για πόλεμο». Το αντίθετο πρέπει να υπερισχύει στις επιλογές μας, δηλαδή ότι όποιος επιθυμεί ειρήνη τη σχεδιάζει και την υπερασπίζεται με στόχο και να την επιβάλει. Με πρώτο πεδίο, βέβαια, την ενεργή, πολυσήμαντη και πολυεπίπεδη διπλωματική δραστηριότητα, στο πλαίσιο μιας πολυδιάστατης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Σε έναν τέτοιο σχεδιασμό η αναβάθμιση και ο εκσυγχρονισμός των εξοπλισμών όντως συνιστούν αναγκαιότητα. Αλλά αυτή η αναγκαιότητα σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εντάσσεται σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών ούτε να υποκύπτει στους επικίνδυνους κανόνες της διπλωματίας των εξοπλισμών. Απαιτείται στοχευμένη στάθμιση αναγκών και προτεραιοτήτων, με «έξυπνες» επιλογές στο πλαίσιο, κάθε φορά, των οικονομικών αντοχών της ελληνικής κοινωνίας και της ισομερούς στήριξης των πολλαπλών αναγκών της.

Εκείνο όμως που μπορεί πραγματικά να δώσει υπόσταση και ρεαλισμό σε όλα αυτά είναι η αφύπνιση των λαϊκών δυνάμεων, η ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους και η αναγέννηση ενός δυναμικού διεθνοποιημένου σύγχρονου κινήματος ειρήνης. Το έχουμε ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε και δεν είναι μια ευχή. Μπορεί και πρέπει να γίνει στην κρισιμότητα των στιγμών το κορυφαίο γεωστρατηγικό και γεωπολιτικό πρόταγμα για τη χώρα μας, για την Ευρώπη και για τους λαούς της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Αυτά δεν γίνονται από μόνα τους. Απαιτούν σχέδιο και πολλαπλές πρωτοβουλίες.

*Βουλευτής Α΄ Πειραιά και Νησιών – Τομεάρχης Εθνικής Αμυνας της Κ.Ο. του ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» στο φύλλο 138 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 26/1/2019

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Ερντογάν προ των πυλών – Μετά την Κύπρο & το Αιγαίο βάζει τώρα φωτιά & στη Θράκη