Η ΕΡΕ και τα Ιουλιανά



19 Σεπτεμβρίου 2017 · Ώρα δημοσίευσης: 2:20 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 12:57 πμ


ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΗ ΡΙΖΑ* 

 

Ο διορισμός τριών κυβερνήσεων και η παραμονή στην εξουσία για δεκαπέντε μήνες, από τον Σεπτέμβριο του 1965 έως τον Δεκέμβριο του 1966, της τρίτης κυβέρνησης των αποστατών υπό τον Στέφανο Στεφανόπουλο θα ήταν αδύνατη χωρίς την υποστήριξη που παρέσχε η Εθνική Ριζοσπαστική Ενωση (ΕΡΕ), ο πολιτικός φορέας της Δεξιάς.

Η πολιτική της ΕΡΕ και της ηγεσίας της υπό τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο μπορεί να κατανοηθεί στο πλαίσιο της πολιτικής κουλτούρας και της ιστορικής συγκυρίας των περιορισμών και των διακρίσεων του μετεμφυλιακού κράτους. Η ήττα της ΕΡΕ στις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1964 ήταν εκτεταμένη και δηλωτική μιας ευρύτερης αλλαγής, την οποία η ηγετική ομάδα της συντηρητικής παράταξης ήταν δύσκολο να αναλύσει και να αποδεχθεί. Η ΕΡΕ είχε απολέσει σημαντικά προπύργια στη Βόρεια Ελλάδα και είχε μειοψηφήσει ακόμα και μεταξύ κατηγοριών που συνιστούσαν έως τότε προνομιακό της ακροατήριο, όπως έδειχναν τα αποτελέσματα σε εκλογικά τμήματα δημοσίων υπαλλήλων – στρατιωτικών.

Ταυτόχρονα, η χαλάρωση του πολιτικού κλίματος και η περίπου ανεμπόδιστη δραστηριότητα της κομμουνιστικής Αριστεράς, και ιδίως της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, μετά την εκλογική επικράτηση της Ενωσης Κέντρου, αν και η νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας δεν εξετάστηκε ως ενδεχόμενο από τη νέα κυβέρνηση, σήμαιναν τη διαμόρφωση ενός νέου πολιτικού περιβάλλοντος, στο οποίο επιδρούσαν λιγότερο οι υπηρεσίες ασφαλείας και γενικά οι κρατικές δομές. Οποιαδήποτε απόπειρα της κυβέρνησης να εκσυγχρονίσει όψεις του δημοσίου βίου, όπως η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του 1964 ή η αποκατάσταση ομαλών σχέσεων με το Ανατολικό Μπλοκ και τη Σοβιετική Ενωση στο πλαίσιο της διεθνούς ύφεσης, αντιμετωπιζόταν ως επικίνδυνη παραχώρηση στον εγχώριο και τον διεθνή κομμουνισμό.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου παρουσιαζόταν ως ένας άλλος Kerensky, που θα άνοιγε τον δρόμο στην Αριστερά όπως ο Ρώσος πολιτικός στον μπολσεβικισμό το 1917. Παράλληλα όμως η ηγεσία της συντηρητικής παράταξης συνειδητοποιούσε, ιδίως μετά τις δημοτικές εκλογές του Ιουλίου του 1964, ότι ο συσχετισμός δυνάμεων δεν ήταν εύκολα ανατρέψιμος. Στο πλαίσιο αυτό, ο Κανελλόπουλος, προφανώς εν γνώσει του σχεδιασμού για την ανατροπή του Παπανδρέου που εξελισσόταν στα Ανάκτορα, σύμφωνα με αμερικανικές αρχειακές πηγές, από τις αρχές του 1965, θα καλούσε σε δημόσια συγκέντρωση στην Πλατεία Κλαυθμώνος στις 19 Φεβρουαρίου 1965 τους βουλευτές της Ενωσης Κέντρου να παραμερίσουν τον Παπανδρέου. Υποσχόταν την ψήφο της ΕΡΕ υπέρ μιας κυβέρνησης «διαφωνούντων» του Κέντρου. Η δήλωσή του αποτελούσε σημαντικό σταθμό στην κλιμάκωση της πολιτικής έντασης μετά την παραπομπή του αυτοεξόριστου ιδρυτή της ΕΡΕ, Κωνσταντίνου Καραμανλή, και άλλων μελών των κυβερνήσεών του για αδικήματα που κι αν ακόμα είχαν διαπραχθεί ήταν ήδη παραγεγραμμένα. Στη δημόσια πρόσκληση του Κανελλόπουλου για ανατροπή της κυβέρνησής του ο Παπανδρέου θα απαντούσε με τη δημοσιοποίηση του σχεδίου «Περικλής». με βάση το οποίο υποτίθεται ότι είχε εξελιχθεί η παρέμβαση του κρατικού μηχανισμού στις εκλογές του 1961.

Την αφορμή για την πολιτική κρίση του Ιουλίου του 1965 απετέλεσε η αποκάλυψη του ΑΣΠΙΔΑ, μιας ομάδας αξιωματικών οι οποίοι υποτίθεται ότι είχαν συγκροτήσει οργάνωση προκειμένου να θέσουν υπό έλεγχο το στράτευμα. Στη μόχλευση της υπόθεσης με όρους

πολιτικής επικοινωνίας έπαιξε σημαντικό ρόλο ένα εξέχον στέλεχος της ΕΡΕ, ο πρώην πρόεδρος της Βουλής και βουλευτής Λάρισας Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, καθώς η ύπαρξη του ΑΣΠΙΔΑ αποκαλύφθηκε σε προσκείμενη στον Ροδόπουλο εφημερίδα της Λάρισας στις 18 Μαΐου 1965. Στο επόμενο διάστημα ο προσκείμενος στην ΕΡΕ Τύπος θα κλιμάκωνε την κριτική του και θα προετοίμαζε το έδαφος για την εφαρμογή του ανακτορικού σχεδιασμού, τον οποίο συνέδραμε η ηγεσία της ΕΡΕ. Η τελευταία ήλπιζε εσφαλμένα ότι θα ανακτούσε τον έλεγχο του κρατικού μηχανισμού και, μέσω αυτού, των πολιτικών εξελίξεων. Επρόκειτο για μια πολιτική που βασιζόταν σε λανθασμένες παραδοχές.

Οι περιορισμοί της μετεμφυλιακής περιόδου ήταν πλέον παρωχημένοι, η επάνοδος σε αυτούς αδύνατη, ενώ και ο κομμουνιστικός κίνδυνος ήταν ανύπαρκτος. Από την παρατεταμένη πολιτική και θεσμική κρίση του 1965-1967, τη φθορά του κοινοβουλευτισμού και την κινδυνολογία δεν θα επωφελείτο η κοινοβουλευτική συντηρητική παράταξη, αλλά η ομάδα των συνταγματαρχών που εμφορείτο από αντικομμουνιστικό και αντικοινοβουλευτικό πνεύμα. Τις συνέπειες της δικτατορίας θα υφίστατο και η ίδια η συντηρητική παράταξη.

 

 

* Διευθυντής Ερευνών, Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών

 

 

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 16/07/201