Ευνοϊκές συγκυρίες αλλά και υπαρκτοί κίνδυνοι



4 Νοεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 9:35 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:43 μμ


Οι ελληνικές τράπεζες έχουν δείξει κάποια σημάδια βελτίωσης κατά τους τελευταίους μήνες. Παρ’ όλα αυτά, το 40% των χορηγήσεών τους εξακολουθεί να μην εξυπηρετείται (3,5% το αντίστοιχο μέσο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση), δημιουργώντας αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά τους.

Του Μιχάλη Γκλεζάκου*

Βέβαια, η κεφαλαιακή τους επάρκεια είναι ικανοποιητική (πάνω από το 15%), αλλά και αυτή στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στον αναβαλλόμενο φόρο.

Ως αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης του ενεργητικού τους από τα κόκκινα δάνεια, η καθαρή χρηματοδότησή τους προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά εξακολουθεί να είναι αρνητική. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες απομυζούν ρευστότητα αντί να παρέχουν καινούρια. Ετσι, εμποδίζουν την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, που θα ενίσχυαν την ανάπτυξη.

Αναμφισβήτητα, χάθηκε πολύτιμος χρόνος λόγω της ατολμίας των προηγούμενων κυβερνήσεων και των τραπεζών αλλά και εξαιτίας των μεγάλων ελλείψεων στο θεσμικό μας πλαίσιο, ιδιαίτερα στο πτωχευτικό δίκαιο.

Το καλό είναι ότι τώρα υπάρχει ένα αξιόλογο σχέδιο («Ηρακλής»), το οποίο έρχεται σε μια ευνοϊκή συγκυρία (αναβάθμιση της οικονομίας μας, χαμηλά επιτόκια) και γι’ αυτό φαίνεται να έχει σημαντικές πιθανότητες επιτυχίας.

Στόχος του «Ηρακλή» είναι να «φύγουν» από τους τραπεζικούς ισολογισμούς κόκκινα δάνεια 30-40 δισ. και να καλυφθεί το κενό τους από τις αντίστοιχες εισροές και προβλέψεις. Ολα δείχνουν ότι ο στόχος αυτός είναι εφικτός, κυρίως γιατί υπάρχουν ορισμένες εξελίξεις που αναμένεται να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Πρώτη και πολύ σημαντική είναι η αλλαγή του κλίματος, που οφείλεται κατά βάση στον προσανατολισμό της οικονομικής μας πολιτικής προς την κατεύθυνση της ολοκλήρωσης των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων και την προσέλκυση επενδύσεων.

Αποτέλεσμα αυτής της αλλαγής ήταν να εκτιναχθεί ο δείκτης οικονομικού κλίματος σε υψηλά δεκαετίας και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε υψηλά εικοσαετίας, να πέσει το κόστος δεκαετούς δανεισμού στο 1,2% (από 4% λίγους μήνες πριν) κ.λπ. Οι πιο πάνω εξελίξεις αναμένεται να ενισχύσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας μας και επομένως να συνεισφέρουν έμμεσα στη βελτίωση της κερδοφορίας και της ποιότητας του ενεργητικού των τραπεζών μας.

Αλλη εξέλιξη μεγάλης σημασίας ήταν η αναβάθμιση της οικονομίας μας και, μάλιστα, με τον χαρακτηρισμό της προοπτικής της ως θετικής. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί σημαντική βοήθεια στην προσπάθεια εδραίωσης του ήδη καλού κλίματος και στην προσέλκυση επενδύσεων.

Εμμεσα ωφελούνται οι τράπεζες, οι οποίες θα έχουν την ευκαιρία να αυξήσουν τη δραστηριότητα και κατ’ επέκταση τις εισροές τους σ’ ένα λιγότερο ριψοκίνδυνο περιβάλλον.

Τέλος, η ανοδική πορεία των τιμών των ακινήτων, η οποία αναμένεται να εδραιωθεί με την αναμενόμενη ανάπτυξη αλλά και λόγω της λήψης των πρόσφατων μέτρων αναζωογόνησης της οικοδομικής δραστηριότητας, αυξάνει την αξία των ενυπόθηκων καλύψεων των τραπεζών, περιορίζοντας τις απώλειές τους από μη εξυπηρετούμενες χορηγήσεις.

Πέρα όμως από τις πιο πάνω θετικές εξελίξεις, παραμονεύουν και κίνδυνοι, οι οποίοι απειλούν να ανατρέψουν την ευνοϊκή συγκυρία και να ακυρώσουν την πορεία των τραπεζών προς την εξυγίανση και την εδραίωση της βιωσιμότητάς τους. Ο μεγαλύτερος όλων συνδέεται με τα σύννεφα που έχουν μαζευτεί πάνω από την ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία.

Οι γεωπολιτικές εντάσεις, ο εμπορικός πόλεμος, οι χρηματοοικονομικές φούσκες (κυρίως στις αγορές ακινήτων, ομολογιών και μετοχών) και η πρωτοφανής διόγκωση της αγοράς παραγώγων δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητας.

Ο κίνδυνος, δηλαδή, να αντιμετωπίσουμε μια νέα οικονομική κρίση είναι υπαρκτός και σε μια τέτοια περίπτωση οι τράπεζές μας θα δουν τη δραστηριότητά τους να περιορίζεται και τις επισφάλειες να αυξάνονται.

Μπορούμε, πάντως, να αντλήσουμε αισιοδοξία από το γεγονός ότι η οικονομία μας έχει αποκτήσει αξιόλογη δυναμική, που θα της επιτρέψει να διαφοροποιηθεί από την ευρωπαϊκή (μεσοπρόθεσμα) προς το καλύτερο. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, το σχέδιο «Ηρακλής» θα έχει το αναγκαίο χρονικό περιθώριο για να εφαρμοστεί και να αποδώσει τα αναμενόμενα.

* Καθηγητής Χρηματοοικονομικής


Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» στο φύλλο 126 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 3/11/2019.