Η Ευρώπη και οι ελληνικές παθογένειες



6 Μαΐου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:07 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:07 μμ


Η Ευρωπαϊκή Ενωση δημιουργήθηκε από χώρες που φοβόντουσαν το παρελθόν τους. Πίστευαν ότι αν ενώσουν τα οικονομικά τους συμφέροντα, θα αποφύγουν τον κίνδυνο ενός ακόμη παγκόσμιου πολέμου. Κι έτσι χτίστηκε ένα όραμα ειρήνης και ευμάρειας ανάμεσα σε πρώην εχθρούς.

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ*

Σήμερα οι Ευρωπαίοι πολίτες φοβούνται το μέλλον. Η παγκοσμιοποίηση και η τεράστια ταχύτητα των τεχνολογικών εξελίξεων μας έχουν δώσει -και δικαίως- την αίσθηση ότι έχουμε χάσει τον έλεγχο στη ζωή μας, στην κοινωνία μας, στην οικονομία μας. Η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Κι έτσι οι πολίτες μας, εδώ και στην υπόλοιπη Ευρώπη, αισθάνονται θυμό και απογοήτευση με τις Βρυξέλλες· ότι είναι μια απρόσωπη και απόμακρη γραφειοκρατία που βγάζει ντιρεκτίβες σε μια στείρα «ευρωγλωσσία» και μένει μακριά από εμάς.

Η οικονομική κρίση ράγισε και το τελευταίο οχυρό αντίστασης στην υπεροχή των αγορών: τσάκισε, δηλαδή, το κοινωνικό κράτος. Μπροστά στην έλευση του άγριου καπιταλισμού, του καπιταλισμού-τούρμπο με μηχανή «Made in China», η Ενωση, διοικούμενη από τη συντηρητική παράταξη, υιοθέτησε τις ακραίες μορφές της λιτότητας με τη φρούδα ελπίδα ότι έτσι θα σωθεί η κατάσταση.

Η Ευρώπη «σώθηκε», αν θέλετε, μόνο προσωρινά. Οχι επειδή εφάρμοσε τη λανθασμένη πολιτική της λιτότητας, αλλά επειδή τελικά έριξε τρισεκατομμύρια σε δάνεια στις χώρες της κρίσης (πάνω από 300 δισ. σ’ εμάς), την ίδια στιγμή που η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγόραζε τα υποβαθμισμένα ομόλογα κρατών με υψηλό ρίσκο χρεοκοπίας. Αυτές οι «ενέσεις» και όχι η λιτότητα έσωσαν για την ώρα τα πράγματα. Η κρίση είναι υπό αναστολή, μάλλον όμως βρισκόμαστε σε μια μικρή εκεχειρία μεταξύ κρίσεων.

Παρά ταύτα, ο αντιευρωπαϊσμός δεν φαίνεται να είναι πραγματικός κίνδυνος στις ερχόμενες εκλογές. Η μάχη δεν είναι ανάμεσα σ’ εκείνους που θέλουν περισσότερη ή λιγότερη Ευρώπη. Δεν είναι διαμάχη «εθνικιστών» κατά ευρωπαϊστών. Τα περισσότερα εθνικιστικά κόμματα έχουν εγκαταλείψει τις προτάσεις τους για έξοδο από την Ευρώπη ή το ευρώ. Δεν έχει μεγάλη απήχηση πια ο στείρος αντιευρωπαϊσμός.

Η αναμορφωμένη πρόταση των εθνικιστών είναι ότι, αν τους ψηφίσουν, εκείνοι θα πολεμήσουν και θα αλλάξουν ριζικά τους θεσμούς της Ενωσης «από μέσα». Στόχος τους δεν είναι να φαίνονται κατά της Ευρώπης. Στόχος τους είναι να πείσουν τον ψηφοφόρο ότι από τις Βρυξέλλες θα φέρουν μια επανάσταση. Οτι θα αντισταθούν στη μετανάστευση και θα δώσουν την κυριαρχία σε κάθε χώρα ώστε να μην δεσμεύεται από τα θεσμικά όργανα των Βρυξελλών. Ετσι, δεν αποξενώνουν τους ευρωπαϊστές, αλλά προτείνουν τους εαυτούς τους ως φορείς της αλλαγής.

Από την άλλη, πολλοί βλέπουν την Ευρώπη ως τρόπο προστασίας από τις αυθαιρεσίες και τη διαφθορά των δικών τους κυβερνήσεων. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στους ψηφοφόρους δεν γίνεται ανάλογα με το ποιος είναι υπέρ ή κατά της Ευρώπης. Η στάση των ψηφοφόρων διαμορφώνεται από το πώς βλέπουν τη δική τους κυβέρνηση και πώς θα αλλάξει η Ευρώπη.

Και, τελικά, η διαφορά ανάμεσα στους ψηφοφόρους στην Ευρώπη είναι μεταξύ εκείνων που πιστεύουν ότι το όλο σύστημα «έσπασε» κι εκείνων που πιστεύουν ότι το σύστημα, παρά τα προβλήματά του, ακόμη δουλεύει και μπορεί να προσφέρει λύσεις. Ο κοινός όμως παρονομαστής για όλους τους πολίτες, που θα επηρεάσει και την ψήφο τους, είναι ποιο κόμμα φαίνεται πραγματικός και πιστευτός φορέας αλλαγής.

Μάλλον οι περισσότεροι από εμάς πιστεύουν ότι σε εθνικό αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο το σύστημα έχει ραγίσει. Γι’ αυτό τον λόγο όσοι από εμάς κατεβαίνουμε ως υποψήφιοι για την Ευρωβουλή πρέπει να μιλάμε και για τα εθνικά ζητήματα και, φυσικά, για τα ευρωπαϊκά. Μπορεί το επόμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα για την Ελλάδα να φτάνει τα 22 δισ., αλλά οι πολίτες γνωρίζουν ότι αν δεν λύσουμε τις παθογένειές μας (πολυνομία, γραφειοκρατία, επιβράβευση ευρωπαϊκών προγραμμάτων προς ημέτερους κ.λπ.), αυτά τα προγράμματα ούτε στην ώρα τους θα προχωρήσουν ούτε οι ίδιοι θα επωφεληθούν απ’ αυτά.

Από την άλλη, υπάρχει η αίσθηση ότι τα προγράμματα που μας προτείνει η Ευρώπη τα έφτιαξαν άλλοι. Οι πέντε άξονες για την περίοδο 2022-2029 ναι μεν είναι στη σωστή κατεύθυνση για πολλές χώρες, αλλά για την Ελλάδα της διαλυμένης οικονομίας κι ενός βαριά δυσλειτουργικού κράτος έχει νόημα;

Οι πέντε στόχοι είναι αξιοζήλευτοι… για τη Σουηδία! Συνοψίζω τους στόχους: μια εξυπνότερη Ευρώπη (καινοτομία και έξυπνος οικονομικός μετασχηματισμός), μια πιο «πράσινη» Ευρώπη, μια πιο διασυνδεδεμένη Ευρώπη, μια πιο κοινωνική Ευρώπη (υλοποίηση του ευρωπαϊκού πυλώνα κοινωνικών δικαιωμάτων) και μια Ευρώπη πιο κοντά στους πολίτες της – βιώσιμη και ολοκληρωμένη ανάπτυξη των αστικών, αγροτικών και παράκτιων περιοχών χάρη σε τοπικές πρωτοβουλίες.

Μάλλον θα μείνουμε πίσω σε κάθε στόχο, εκτός εάν καταφέρουμε μια εσωτερική επανάσταση. Εκτός εάν καταφέρουμε ως χώρα να εφαρμόσουμε ένα εθνικό σχέδιο ανάταξης και υλοποιήσουμε τους πέντε παραπάνω στόχους ως μέρος του όλου σχεδίου. Τι λείπει από τους πέντε στόχους; Ενα μεγάλο πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων τύπου Σχεδίου Μάρσαλ. Ενα τέτοιο σχέδιο θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τους πέντε στόχους, μαζί, φυσικά, με πολλές θέσεις εργασίας σε όλους τους τομείς.

Σήμερα, την εποχή των τραπεζών-ζόμπι, η Ευρώπη προσφέρει μόνο ΣΔΙΤ και μόχλευση κεφαλαίου μέσω του πακέτου Γιούνκερ. Αλλά δεν αρκεί. Πράγματι πρέπει να αλλάξει η Ευρώπη «από τα μέσα». Προς το προοδευτικότερο και υπέρ μεγάλων προγραμμάτων ανάπτυξης, με έμφαση στη μείωση των εκπομπών άνθρακα και στη συνολική αλλαγή στο ενεργειακό μας μείγμα. Τέτοιες ανατρεπτικές προσπάθειες θα είναι ο στόχος μου, σε περίπτωση που οι συμπολίτες μου επιλέξουν το Κίνημα Αλλαγής και με τιμήσουν με την ψήφο τους.

* Υποψήφιος Ευρωβουλευτής με το Κίνημα Αλλαγής

Δημοσιεύτηκε στα «Ιδεογράμματα» της Νέας Σελίδας την Κυριακή 5/05/2019