Πριν από λίγες εβδομάδες η γερμανική υπηρεσία πληροφοριών (BfV) χαρακτήρισε το Κίνημα των Ταυτοτιστών της Γερμανίας ως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους που αναδύονται από την ενίσχυση της ακροδεξιάς. Πρόκειται για τη νέα γενιά ακραίων με αντιισλαμικές και ρατσιστικές απόψεις. Η δολοφονία ενός εξέχοντος περιφερειακού πολιτικού από έναν ύποπτο νεοναζί ώθησε το γερμανικό υπουργείο Εσωτερικών να προειδοποιήσει ότι ο δεξιός εξτρεμισμός συνιστά απειλή για το δημοκρατικό σύστημα της χώρας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της BfV, η Γερμανία φιλοξενεί 24.100 ακροδεξιούς ριζοσπάστες, οι 12.700 εκ των οποίων είναι δυνητικά επικίνδυνοι.
της Στέλλας Θεοδώρου
[email protected]m
Μετά τις ευρωεκλογές, την πανωλεθρία που υπέστησαν οι Σοσιαλδημοκράτες του SPD αλλά και την καθίζηση του συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών – Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU), οι τελευταίες δημοσκοπήσεις ενόψει και των κρίσιμων περιφερειακών εκλογών του Σεπτεμβρίου δείχνουν ότι το ακροδεξιό κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) ήρθε για να μείνει, επεκτείνοντας, μάλιστα, την κυριαρχία του στην Ανατολική Γερμανία. Το AfD προηγείται στο ανατολικό τμήμα της χώρας των Χριστιανοδημοκρατών της καγκελαρίου Μέρκελ, καταγράφοντας ποσοστό 23% στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Το CDU λαμβάνει ποσοστό 22%, ενώ ακολουθούν η Αριστερά (Die Linke) με 14%, οι Πράσινοι με 13% και οι Σοσιαλδημοκράτες με 11%. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία εισήλθε για πρώτη φορά στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο το 2017 ως τρίτο κόμμα, ενισχυμένη από την οργή των ψηφοφόρων για την απόφαση της Μέρκελ να υποδεχτεί τους αιτούντες άσυλο από τη Μέση Ανατολή και την Αφρική.
Οι περιφερειακές εκλογές θα διεξαχθούν την 1η Σεπτεμβρίου στα ανατολικά κρατίδια του Βραδεμβούργου και της Σαξονίας και στη Θουριγγία περίπου έναν μήνα αργότερα. Μια ήττα του SPD στο Βραδεμβούργο, όπου έχει κερδίσει και τις έξι εκλογικές αναμετρήσεις μετά την επανένωση της Γερμανίας το 1990, όπως και μια ήττα του CDU στη Σαξονία θα εντείνουν τις πιέσεις στους εταίρους του κυβερνητικού συνασπισμού να επανεξετάσουν την κυβερνητική τους συμμαχία.
Όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, στη Σαξονία η μάχη θα κριθεί στο νήμα μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και εθνολαϊκιστών. Μετεκλογικά, ο νυν συντηρητικός πρωθυπουργός θα πρέπει πιθανότατα να συνεργαστεί με άλλα τρία κόμματα για να σχηματίσει κυβέρνηση. Στο Βρανδεμβούργο, πάλι, η Εναλλακτική για τη Γερμανία συγκεντρώνει ποσοστό μεταξύ 19% και 21% και εναλλάσσεται δημοσκοπικά στην πρώτη θέση με τους Σοσιαλδημοκράτες.
Σε εθνικό επίπεδο, η δημοσκόπηση αυτή δείχνει άνοδο του AfD κατά 1 μονάδα στο 14%, πτώση του SPD επίσης κατά 1 μονάδα στο μόλις 13%, ενώ το CDU παραμένει σταθερό στο 26%. Οι Πράσινοι συγκεντρώνουν 23%, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες 9% και η Αριστερά 8%. Τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης επιβεβαιώνουν την ανοδική τάση που σημείωσε το AfD στις πρόσφατες ευρωεκλογές στα ανατολικογερμανικά κρατίδια και προμηνύουν ριζική αλλαγή του πολιτικού τοπίου.
Χάσμα 30 χρόνια μετά την πτώση του Τείχους
Τριάντα χρόνια μετά την πτώση του Τείχους και την επανένωση, το χάσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Γερμανία παραμένει μεγάλο. Το ερώτημα που τίθεται κάθε τόσο -από ειδικούς και μη- και αποτελεί συχνά αντικείμενο σχολιασμού και τηλεοπτικών talk shows είναι γιατί το AfD είναι τόσο ισχυρό στην Ανατολική Γερμανία. Η προερχόμενη από το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα υπουργός Ενσωμάτωσης της Σαξονίας, Πέτρα Κέπινγκ, είχε επιχειρήσει να δώσει απάντηση στο ερώτημα μέσα από το βιβλίο της «Ενσωματώστε πρώτα εμάς». Κυκλοφόρησε το περσινό καλοκαίρι, όταν το Κέμνιτς παραδιδόταν καθημερινά στις πορείες ακροδεξιών και η υπόλοιπη Γερμανία έδειχνε για άλλη μια φορά απορημένη με το δάχτυλο τους Ανατολικογερμανούς.
Όμως ένα διαρκώς διογκούμενο τμήμα της γερμανικής κοινωνίας έχει πειστεί ότι κινδυνεύουν η ασφάλειά του, η ταυτότητά του και η κληρονομιά του – πολιτισμική και θρησκευτική. Όπως σημειώνει σε ανάλυσή της η Deutsche Welle, οι πολιτικοί επιστήμονες που επιχειρούν να εξηγήσουν την Ανατολική Γερμανία και τις ιδιαιτερότητές της κάνουν συχνά λόγο για αισθήματα φόβου και ταπείνωσης, για επαναλαμβανόμενες κοινωνικές κρίσεις και ανεκπλήρωτα όνειρα. «Η κρίση εμπιστοσύνης συνδέεται άρρηκτα και με το γεγονός ότι μετά το 1990 δεν εκπληρώθηκαν οι προσδοκίες πολλών ανθρώπων», επισημαίνει ο πολιτικός επιστήμονας Χανς Φορλέντερ. Για μεγάλο μέρος των Ανατολικογερμανών οι συνέπειες των αλλαγών που επέφερε η επανένωση ήταν συγκλονιστικές, όπως λέει. «Άλλαξε όλος ο κόσμος τους», τονίζει ο ειδικός, προσθέτοντας ότι όλα αυτά εκφράζονται μέχρι και σήμερα σε έλλειψη εμπιστοσύνης.
Πολλές φορές γίνεται λόγος για ένα γενικευμένο κλίμα ανασφάλειας. «Είναι σαφές ότι μεγάλος αριθμός ανθρώπων ανησυχεί για το μέλλον», εκτιμά ο Σοσιαλδημοκράτης πρωθυπουργός του Βρανδεμβούργου, Ντίτμαρ Βόιντκε. «Αυτό έχει εν μέρει ένα κοινωνικό υπόβαθρο και σχετίζεται, π.χ., με τις συντάξεις». Ανασφαλείς αισθάνονται όμως και πολλοί εργαζόμενοι. Για παράδειγμα, στο Λάουζιτς, όπου η σχεδιαζόμενη έξοδος από την παραγωγή ενέργειας από λιγνίτη θα έχει άμεσες επιπτώσεις στο μέλλον 100.000 ανθρώπων.
Κανένας από τους συνασπισμούς που κυβερνούν σήμερα σε αυτά τα κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας δεν πρόκειται να συγκεντρώσει την αναγκαία κυβερνητική πλειοψηφία κι έτσι ο σχηματισμός νέας κυβέρνησης θα είναι εξαιρετικά δύσκολος. Υπό το πρίσμα μιας τέτοιας εξέλιξης, πολλοί Χριστιανοδημοκράτες πολιτικοί στην Ανατολική Γερμανία έχουν προτείνει συνεργασία με το AfD. Βέβαια, η κεντρική ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών αλλά και η ηγεσία των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών έχουν κατηγορηματικά αποκλείσει κάθε σύμπραξη με τη λαϊκιστική Εναλλακτική για τη Γερμανία.
Σοσιαλδημοκράτες: Έτοιμοι να τα «βροντήξουν»
Οι επιπτώσεις των επικείμενων εκλογών δεν πρόκειται όμως να περιοριστούν στα τρία ανατολικογερμανικά κρατίδια. Σύμφωνα με τον πρόεδρο των Χριστιανοδημοκρατών στο Βρανδεμβούργο, Ινγκο Σένφτλεμπεν, τα αναμενόμενα αρνητικά αποτελέσματα θα προκαλέσουν νέες συζητήσεις στους Σοσιαλδημοκράτες, που θα τους οδηγήσουν πιθανά να αποχωρήσουν από την κυβέρνηση συνασπισμού στο Βερολίνο, με ό,τι αυτό σημαίνει για την επόμενη μέρα στη Γερμανία.
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 114 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 11 Αυγούστου.
Διαβάστε επίσης στη Νέα Σελίδα: Εντυπωσιακή άνοδος στην κυκλοφορία της εφημερίδας «Νέα Σελίδα»