Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας



September 17, 2019· Ώρα δημοσίευσης: 8:09 pm · Τελευταία τροποποίηση: 8:09 pm

Η ελληνική οικονομία φαίνεται να έχει εξέλθει από τη φάση στασιμότητας στην οποία βρισκόταν τα τελευταία έτη, με τον ρυθμό μεγέθυνσης του πραγματικού ΑΕΠ να είναι πλέον σταθερά θετικός.

Του Κώστα Μελά *

Εκτιμάται ότι και το 2019 θα επιβεβαιωθεί αυτή η τάση. Σήμερα στην οικονομία καταγράφεται τάση εξισορρόπησης αναφορικά με το δημοσιονομικό και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και συνεχίζεται η ανάκαμψη με ρυθμό μεγέθυνσης στην περιοχή του 2%. Η συνολική δυναμική της ανάπτυξης όμως είναι ασθενής σε σχέση με τους ρυθμούς που απαιτούνται ώστε μεσοπρόθεσμα να βρίσκεται σε ένα βιώσιμο μονοπάτι.

Ταυτόχρονα, η εξασθένηση της μεγέθυνσης και συνακόλουθα της ζήτησης στο ευρωπαϊκό και ευρύτερο περιβάλλον της ελληνικής οικονομίας προκαλεί πρόσθετες ανησυχίες.

Πέρα από τις γενικότερες πιέσεις στις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, η ανάκαμψη στις χώρες που λειτουργούν ως ανταγωνίστριες στην αγορά του τουρισμού μπορεί να οδηγήσει σε εξασθένηση της δυναμικής σε έναν τομέα της οικονομίας που είχε σημαντική θετική συμβολή στη μεγέθυνση τα τελευταία χρόνια.

Παράλληλα όμως εξακολουθούν να απουσιάζουν οι ενδογενείς μηχανισμοί δημιουργίας εισοδημάτων και ροών ρευστότητας που θα έκαναν τη θετική δυναμική εμφανώς διατηρήσιμη.

Η απουσία ενός ενδογενούς μηχανισμού μετάβασης της οικονομίας σε στέρεη, βιώσιμη αναπτυξιακή τροχιά γίνεται εμφανής στην ευμετάβλητη συμπεριφορά κυρίως των επενδύσεων, ο όγκος των οποίων εξακολουθεί να υπολείπεται τόσο ως προς τον όγκο της περιόδου προ κρίσης όσο και με τον αντίστοιχο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Στο μεταξύ, η κατάσταση του ιδιωτικού τομέα παραμένει εύθραυστη και κινείται ακόμη σε καθεστώς αβεβαιότητας.

Τα νοικοκυριά εξακολουθούν να εμφανίζουν νέες αρνητικές αποταμιεύσεις, παρά τις σημειωθείσες μικρές βελτιώσεις στο διαθέσιμο εισόδημα. Ο δε καθαρός σχηματισμός παγίου κεφαλαίου συνεχίζει να είναι αρνητικός – και μετά τις αποσβέσεις.

Μετά την αύξηση του ακαθάριστου σχηματισμού παγίου κεφαλαίου (ΑΣΠΚ) ως ποσοστό του ΑΕΠ τα έτη 2016 (11,47%) και 2017 (12,517%), το 2018 παρουσίασε μείωση 11,07%. Το α΄ εξάμηνο του 2019, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το ποσοστό βρίσκεται στο 11,3%.

Λανθασμένες ή υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις περί «επενδυτικού σοκ» και «εξωστρεφούς μετασχηματισμού της οικονομίας» είναι δυνατό να αποβούν καταστροφικές.

Η ακραία ρητορική που αναπτύσσεται στον δημόσιο διάλογο για τον δήθεν αποφασιστικό ρόλο των άμεσων ξένων επενδύσεων στην αναπτυξιακή πορεία της ελληνικής οικονομίας δείχνει έλλειμμα ρεαλισμού και αδυναμία κατανόησης των εξελίξεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο, ενώ παράλληλα δικαιολογεί την εγχώρια επενδυτική ανεπάρκεια και ενισχύει παρασιτικές επιχειρηματικές συμπεριφορές αλλά και απαιτήσεις που ταυτίζουν την επιχειρηματικότητα και την κερδοφορία με πολιτικές ενεργοποίησης πρωτογενών και δευτερογενών αναδιανεμητικών διαδικασιών.

Όσον αφορά στις επιλογές της οικονομικής πολιτικής, οι βαθμοί ελευθερίας είναι αυξημένοι μετά το τέλος του τρίτου προγράμματος τον Αύγουστο του 2018, αλλά, φυσικά, όχι απεριόριστοι. Οι επιμέρους επιλογές και η σηματοδότηση της κατεύθυνσης θα είναι κρίσιμες.

Η μετάβαση της οικονομίας σε μια πορεία υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών μεγέθυνσης χρειάζεται την άμεση αντιστροφή κάθε μορφής αφαίμαξής της με μέτρα λιτότητας, καθώς και την ενεργοποίηση ενδογενών μηχανισμών δημιουργίας ροών εισοδήματος και ρευστότητας μέσω της αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η μείωση του φορολογικού βάρους από τη νέα κυβέρνηση κρίνεται μεν αναγκαία, αλλά όχι ικανή από μόνη της να οδηγήσει την οικονομία στο μονοπάτι της σταθεροποίησης και της μεγέθυνσης.

Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η ενεργοποίηση κλαδικών συμβάσεων για να διαχυθεί η αύξηση στο σύνολο της οικονομίας κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση, καθώς θα επιφέρουν βραχυχρόνια θετικό αποτέλεσμα στο ΑΕΠ, στη φερεγγυότητα της οικονομίας και συνεπώς στους όρους αναχρηματοδότησης του χρέους από τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Μέσω αυτής της διαδικασίας είναι προφανές ότι αναμένεται να δημιουργηθούν συνθήκες σταθερότητας – απαραίτητη προϋπόθεση για πιθανή αύξηση των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα.

Επιπλέον, η σταθερότητα και η φερεγγυότητα των ελληνικών τραπεζών είναι απολύτως εξαρτημένη από τη δημιουργία εισοδημάτων και ροών ρευστότητας στην οικονομία, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα βελτίωνε σωρευτικά την ποιότητα του ενεργητικού τους και την καταθετική τους βάση, οι οποίες υπονομεύτηκαν από τις πολιτικές της δημοσιονομικής λιτότητας και της εσωτερικής υποτίμησης.

Εν κατακλείδι, για να επιτευχθεί διατηρήσιμη αύξηση του ΑΕΠ απαιτούνται χρόνος και συνδυασμός κατάλληλών και αποτελεσματικών παρεμβάσεων.

* Καθηγητής Οικονομικών

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 119 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Παρακαταθήκη Λιβάνη η εθνική συνεννόηση

Προηγούμενο άρθρο Μαρτίνς: Στο μυαλό μας έχουμε μόνο τη νίκη (video)
Επόμενο άρθρο Προς πρόωρες εκλογές οδεύει η Ισπανία