ΑΕΠ και επενδύσεις αποτελούν τα κρίσιμα μεγέθη για το 2020



7 Οκτωβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 5:15 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 5:16 μμ


Η αγωνία του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης αναφορικά με την εξέλιξη των μακροοικονομικών μεγεθών είναι δεδομένη. Στη μεγέθυνση της αγωνίας συμβάλλουν σημαντικά στην παρούσα συγκυρία η προεκλογική ρητορεία του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας και οι υψηλές προσδοκίες που έχουν σχηματιστεί στην κοινωνία (επιχειρήσεις και νοικοκυριά) για την πορεία τους.

Του Κώστα Μελά *

Γνωρίζουμε όλοι οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ ότι τα δύο μεγέθη που σηκώνουν όλο το βάρος των θετικών προσδοκιών είναι το ΑΕΠ και οι επενδύσεις.

Εξάλλου, και η κυβέρνηση έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η μεγέθυνση του ΑΕΠ και το ύψος του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου (ΑΣΠΚ – δηλαδή, οι επενδύσεις) είναι τα δύο μεγέθη στα οποία επιδιώκει να έχει σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα από την προηγούμενη περίοδο.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν, με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία και τις εκτιμήσεις που προκύπτουν από αυτά, είναι δυνατή η επίτευξη αυτών των στόχων.

Η βάση εκκίνησης έχει μεγάλη σημασία, διότι στην οικονομία καθετί μελλοντικό στηρίζεται καταρχάς στο παρόν.

Η εκτιμώμενη μεγέθυνση του ΑΕΠ για το 2019 (ΕΕ: 2,1%, ΤτΕ: 1,9%, ΙΟΒΕ: 1,8%) υπολείπεται σημαντικά του μεγέθους που υπάρχει στον προϋπολογισμό του 2019 (2,5%), δημιουργώντας μια χαμηλότερη βάση εκκίνησης για τη μεγέθυνση του ΑΕΠ του 2020.

Σύμφωνα με τις σημερινές εκτιμήσεις των διεθνών πολυμερών οργανισμών (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ), της ΕΕ και της Τράπεζας της Ελλάδος, η μεγέθυνση του ΑΕΠ δεν πρόκειται να υπερβεί το 2,2%. Πρέπει να περιμένουμε τον προϋπολογισμό του 2020 για να μάθουμε τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης. Από τη στιγμή όμως που υπάρχουν οι συγκεκριμένες εκτιμήσεις, ειδικά της ΕΕ, είναι δύσκολο να αποκλίνει από αυτές.

Επίσης, το διεθνές περιβάλλον δεν είναι ευνοϊκό τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Η αυξημένη εξωστρέφεια που επιδιώκεται μετά μανίας τα τελευταία χρόνια καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο ευάλωτη στην επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Οι πιθανότητες να περιέλθει η γερμανική οικονομία σε ύφεση με τεχνικούς όρους είναι σχεδόν 50%. Το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε σε τριμηνιαία βάση κατά 0,07% το β΄ τρίμηνο φέτος. Και το ζήτημα του Brexit είναι επίσης αρνητικό στοιχείο.

Η κατάσταση του τραπεζικού τομέα μετριάζει τις προοπτικές ανάκαμψης και θέτει σημαντικά προβλήματα τόσο δημοσιονομικά όσο και στο κομμάτι της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Τα στοιχεία της ΤτΕ για τον Αύγουστο του 2019 δείχνουν ότι ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής της συνολικής χρηματοδότησης της εγχώριας οικονομίας διαμορφώθηκε σε -0,7% από -0,4% τον προηγούμενο μήνα, ενώ η μηνιαία καθαρή ροή ήταν αρνητική κατά 555 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικής καθαρής ροής 908 εκατ. ευρώ τον προηγούμενο μήνα.

Η δημιουργία του σχήματος προστασίας ενεργητικού (ΑPS) με την ονομασία «Ηρακλής» θα μπορούσε να παράσχει σημαντική υποστήριξη για την πλήρη αποκατάσταση της ποιότητας του ενεργητικού, αλλά ακόμη δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι απαιτούμενες διαδικασίες, κάτι που χρειάζεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες, τουλάχιστον ένα έτος.

Η αλήθεια για τις επενδύσεις

Παρά τις ρητορείες των πολιτικών, τις ρητορείες των εξαρτημένων με αυτούς αναλυτών και την πληθώρα των δημοσιευμάτων στα ΜΜΕ, η αλήθεια για τις επενδύσεις είναι σκληρή.

Το ουσιαστικό αυτό μέγεθος για τη μεγεθυντική διαδικασία του ΑΕΠ της χώρας εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Τα στοιχεία αποτυπώνουν με σαφήνεια την αδήριτη πραγματικότητα: ύστερα από σχεδόν δέκα χρόνια προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής το ποσοστό του ΑΣΠΚ ως προς το ΑΕΠ βρίσκεται στο 11,07% (2018).

Η αποτυχία αύξησης των επενδύσεων γίνεται εμφανής αν συγκριθεί το πραγματικό αποτέλεσμα με τους στόχους που τίθενται κάθε έτος στον κρατικό προϋπολογισμό. Ετσι, παραδειγματικά αναφέρω ότι το 2018 ο στόχος που είχε τεθεί (Εισηγητική Έκθεση για τον Κρατικό Προϋπολογισμό του 2018, σελ. 28) ήταν ποσοστιαία αύξηση κατά 11,4% του ΑΣΠΚ. Το αποτέλεσμα ήταν μείωση -12,2%.

Πέραν όμως των εξελίξεων μέχρι και το 2018, προβληματίζει επίσης η επενδυτική στασιμότητα που παρατηρείται το α΄ εξάμηνο του 2019.

Οι επενδύσεις σε πάγια αυξήθηκαν μόλις κατά 0,7%, με τη συμβολή τους στην αύξηση του ΑΕΠ να διαμορφώνεται μόνο σε 0,1%.

Χρήζει δε ιδιαίτερης προσοχής το χαμηλό επίπεδο των επιχειρηματικών επενδύσεων σε μηχανολογικό εξοπλισμό (+3,1% έναντι +21,9% την αντίστοιχη περίοδο του 2018) και εξοπλισμό τεχνολογιών, πληροφορικής και επικοινωνιών (+1,1% έναντι +21,3% την αντίστοιχη περίοδο του 2018).

Επιπλέον, οι λοιπές κατασκευές επηρεάζονται κυρίως από την πορεία υλοποίησης των μεγάλων έργων υποδομής και ως εκ τούτου επίσης παρουσιάζουν μεγάλες διακυμάνσεις.

Πάντως, οι επενδύσεις σε κατοικίες εμφανίζουν ικανοποιητική αύξηση (+13,1% έναντι +8,4% την αντίστοιχη περίοδο του 2018), συμβατή με τη σταδιακή ανάκαμψη της αγοράς κατοικίας.

Η αύξηση κατά 7,6% του Ακαθάριστου Σχηματισμού Κεφαλαίου -δηλαδή, τα πάγια και τα αποθέματα- συνέβαλε, πάντως, στην αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,5%.

Αυτό σημαίνει ότι σχεδόν όλη η αύξηση του ΑΕΠ το α΄εξάμηνο του 2019 οφείλεται στην αύξηση των αποθεμάτων, δεδομένης αφενός της μηδενικής συμβολής της ιδιωτικής κατανάλωσης, αφετέρου της αρνητικής συμβολής των καθαρών εξαγωγών.

Σημειώνεται ότι η αύξηση των αποθεμάτων σχετίζεται είτε με προσδοκίες για αύξηση της εγχώριας κατανάλωσης τα επόμενα τρίμηνα είτε με συσσώρευση ημιτελών έργων στις κατασκευές που στο μέλλον θα εμφανιστούν ως επενδύσεις σε πάγια.

* Καθηγητής Οικονομικών

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 122 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

Προϋπολογισμός 2020: Τι προβλέπει το προσχέδιο για τον ρυθμό ανάπτυξης

10ετές ομόλογο: Ξανά στις αγορές η Ελλάδα – Πού θα κυμανθεί η απόδοση