Εννέα πρωταγωνιστές του Πολυτεχνείου θυμούνται…

Η ιερότητα της ημέρας αυτής είναι μονόδρομος. Και θα είναι πάντα, γιατί κάποιοι δεν συντάχθηκαν, δεν βολεύτηκαν, δεν ήταν μέσος όρος, δεν προσκύνησαν τον εφιάλτη



17 Νοεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 9:24 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:24 πμ


«12η επέτειος σήμερα, 30ή αύριο, 50ή, και θα χαθεί μες στην ανυποληψία των μελλοντικών στολών και επετείων με μερικά λογύδρια στα σχολεία και παρελάσεις στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους των ενόπλων δυνάμεων».

Η ανησυχία του Μάνου Χατζιδάκι το 1985, μην αντιμετωπίζεται στο πέρασμα των χρόνων το μήνυμα της λαϊκής εξέγερσης του Πολυτεχνείου σαν μουσειακό κομμάτι μιας άλλης, μακρινής ιστορίας, σχετίζεται με την ικανότητα του μεγάλου διανοητή να είναι προφητικός και να αντιλαμβάνεται την επικινδυνότητα του ανθρώπου σε καιρούς ειρήνης. Φυσικά και το Πολυτεχνείο, όπως και τα διαχρονικά, επίμονα αιτήματά του για κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή κυριαρχία είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Ζωντανό κομμάτι μιας μνήμης που έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με το παρόν. Σήμερα, 46 χρόνια μετά τη μαζική και δυναμική εκδήλωση της λαϊκής αντίθεσης στο καθεστώς της χούντας των συνταγματαρχών, ας ξαναδιαπιστώσουμε ότι η ιερότητα της ημέρας αυτής είναι μονόδρομος. Και θα είναι πάντα, γιατί κάποιοι δεν συντάχθηκαν, δεν βολεύτηκαν, δεν ήταν μέσος όρος, δεν προσκύνησαν τον εφιάλτη. Οι μαρτυρίες ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών προέρχονται από το βιβλίο «Το Πολυτεχνείο ζει; – Ονειρα, μύθοι, αλήθειες» των εκδόσεων Α.Α. Λιβάνη.

«Κατεβαίνουμε την Πατησίων κι ο κόσμος είναι δικός μας και τον θέλουμε. Μας παρακολουθεί ο Λούκι Λουκ, ο προσωπικός μας ασφαλίτης του Σπουδαστικού, κι αισθανόμαστε σπουδαίοι. Εκεί, κάτω από τον κήπο του Μουσείου, κάτω από τις φοινικιές, στα σκόρπια τραπεζάκια. Ο έρωτας ένας στροβιλισμός και ο ιμπεριαλισμός μια πρόφαση αληθινή. Μαζεύαμε ήλιο. Τον ήλιο του Μουσείου. Λαμποκοπούσαν τα μάτια μας στο φως. Μα δεν αφήνει η μνήμη τίποτα να χαθεί, καθότι τίποτα δεν πάει χαμένο στη χαμένη μας ζωή. Γίνεται ιστορία και μύθος, και το αγόρι εκείνο, που απέδειξε τη νιότη του, γίνεται συλλογική μνήμη και εικόνα μυστική, μονάκριβο, δικό μας φυλαχτό και κοινή αναφορά και όνειρο μελλούμενο». Λόγια του Δημήτρη Παπαχρήστου, του βασικού εκφωνητή στον ραδιοσταθμό των φοιτητών κατά την εξέγερση.

Στις 14 Νοεμβρίου 1973 φοιτητές του Πολυτεχνείου αποφάσισαν αποχή από τα μαθήματα και ξεκίνησαν διαδηλώσεις εναντίον του βάναυσου στρατιωτικού καθεστώτος. Οι φοιτητές, που αυτοαποκαλούνταν «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», οχυρώθηκαν μέσα στο κτίριο της σχολής επί της οδού Πατησίων και έβαλαν μπροστά τη λειτουργία του ανεξάρτητου ραδιοφωνικού σταθμού του Πολυτεχνείου. Ακούγονται τα πρώτα συνθήματα: «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία», «20% για την Παιδεία» και «Κάτω η Χούντα».

«Οσο προσπαθούμε να “ξεχάσουμε”, αυτή η εποχή επιστρέφει και μας αναστατώνει με καινούρια νοήματα, ανοίγει την παλιά πληγή, ενεργοποιεί εκ νέου τους παλιούς μας μύθους και τις προγονικές αναμνήσεις. Νοσταλγία; Ενοχές; Ισως γιατί μόνο τότε μετατρέψαμε το ενδόμυχο, το βιωματικό, τη βουβή και άναρθρη προσωπική μας μελαγχολία του ’68, του ’69, του’70 σε δημόσιο γεγονός, σε έκρηξη, σε εξέγερση; Ισως γιατί μόνο τότε νιώσαμε με ένταση πάθους την ατομική μας βιογραφία να τέμνεται με την Ιστορία; Γιατί μόνο τότε δημιουργήσαμε έναν χώρο μνήμης, αφήσαμε μια μαρτυρία, ανοίξαμε έναν διάδρομο για να περάσει μια κάποια ιστορία», αναπολεί ο Μίμης Ανδρουλάκης.

Οι διαδηλώσεις, τα συλλαλητήρια και οι εκδηλώσεις ενάντια στο καθεστώς της χούντας αυξήθηκαν. Κυρίως στην Αθήνα, αλλά και σε σημεία της επαρχίας, δημιουργήθηκαν συνθήκες εξέγερσης. Από τις 14 μέχρι και τις 17 Νοεμβρίου (και πιο περιορισμένα μέχρι τις 18 Νοεμβρίου) στήθηκαν οδοφράγματα και διεξήχθησαν οδομαχίες μεταξύ εξεγερμένων και αστυνομίας. Τη νύχτα της 16ης Νοεμβρίου η ίδια ομάδα νεολαίων του Κ4Α που είχε συγκεντρωθεί το πρώτο βράδυ -μεταξύ των οποίων ο μελλοντικός αρχηγός της Χρυσής Αυγής, Νίκος Μιχαλολιάκος-, εκτός όσων είχαν αποφασίσει να συνδράμουν τις δυνάμεις καταστολής, όπως ο Ηλίας Τσιαπούρης, που μαζί με άλλους παρακρατικούς πυροβολούσε διαδηλωτές από την ταράτσα του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, συγκεντρώθηκε έξω από τα γραφεία της οργάνωσης, στη διασταύρωση των οδών Μπουμπουλίνας και Αλεξάνδρας. Διασκορπίστηκαν, ωστόσο, μετά την επίθεση ενός αγήματος αστυνομικών που δεν αντιλήφθηκε την ταυτότητά τους.

«Νιώθαμε τη ζωή να περνάει δίπλα μας και να μας αφήνει απέξω. Ο,τι ωραίο, ό,τι μεγάλο, ό,τι ενδιαφέρον γινόταν μακριά μας, έξω από τα σύνορα, που μετατρέπονταν, όχι απλώς σε σιδηρούν, αλλά σε τεθωρακισμένο παραπέτασμα. Αίσθηση αποκλεισμού. Δεν καταλαβαίναμε και πολλά πράγματα διαβάζοντας ανάκατα το “Κομμουνιστικό Μανιφέστο” και τον Φόιερμπαχ του παλιού Θεμέλιου με το “Κράτος και Επανάσταση” και την “Προδομένη Επανάσταση” των Νέων Στόχων -τα πρώτα “νόμιμα” μαρξιστικά βιβλία που έφτασαν στα βιβλιοπωλεία της επαρχίας-, πέρα από ένα: ότι έπρεπε να παλέψουμε για μια άλλη από αυτή που βιώναμε ζωή», λέει η Νάντια Βαλαβάνη.

«Μια φορά, την άνοιξη του 1971, χρειάστηκε από λάθος συναγερμό να γίνει μια επείγουσα μεταφορά εκρηκτικών από τα Γιάννενα στην Αθήνα. Δεν είχαμε ούτε λεφτά ούτε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε Ι.Χ. ούτε χρόνο να ψάξουμε και για τα δύο. Ετσι, αποφασίσαμε να τα μεταφέρω με το λεωφορείο της γραμμής. Πάνω από 20 ευαίσθητοι πυροκροτητές, συσκευασμένοι και τυλιγμένοι σε ένα σλίπινγκ μπαγκ, που το κρατούσα αγκαλιά, και καμιά δεκαπενταριά μασούρια δυναμίτη (θεωρητικά ασφαλή από το ενδεχόμενο τυχαίας έκρηξης) σε έναν αθλητικό σάκο κάτω από τα πόδια μου. Το ταξίδι τότε από τον παλιό δρόμο ήταν σχεδόν εννιά ώρες. Εννιά ώρες μοναξιάς μ’ ένα συνεχές ερώτημα: “Αν σκάσουν, ποιο δικαίωμα έχεις, ποια νομιμότητα, να πάρεις αυτές τις ζωές μαζί σου; Ο Σαμουήλ στο Κούγκι και ο Γιαμπουδάκης στο Αρκάδι άκουγαν τις φωνές: “Βάλε φωτιά!”. Εσύ πώς ξέρεις ότι υπάρχει αυτή η φωνή, αυτή η νομιμότητα στον δικό σου αγώνα;”. Πέρασε κι αυτό, με το τυραννικό ερώτημα να συνοδεύει, σαν σκουλήκι, κάθε ενέργεια. Οταν τον Νοέμβρη του 1973 ξεσηκωθήκαμε στο Πανεπιστήμιο των Ιωαννίνων, όταν άκουγα το σύνθημα να αντηχεί από τόσα στόματα, τη γροθιά να σηκώνεται από τόσα χέρια, τα μάτια στα αγόρια και τα κορίτσια να πετούν φωτιές, τις καρδιές μας να είναι πολύ πέρα από τη συγκίνηση, άρχισαν να αλλάζουν η φύση των ερωτημάτων και η μορφή των απαντήσεων μέσα μου», σημειώνει ο Πέτρος Ευθυμίου.

«Οι θυσίες των παιδιών που φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν και σκοτώθηκαν δεν μπορεί να πήγαν χαμένες. Γιατί αυτές είναι οι θυσίες που κάνουν το υλικό από το οποίο πλάθονται η Ιστορία των λαών, τα παραμύθια τους, τα πρότυπά τους. Είθε η ανάμνηση των νεκρών να κάνει πιο γλυκό τον ύπνο αυτών που θυμούνται, σιωπούν και υποφέρουν και να γεμίζει εφιάλτες τον ύπνο αυτών που σήμερα φτύνουν το ψωμί που τότε μοιράστηκαν με τους νεκρούς», λέει ο Δημήτρης Κούτουλας.

Στις 3 π.μ. της 17ης Νοεμβρίου κι ενώ οι διαπραγματεύσεις για ασφαλή αποχώρηση των φοιτητών από τον χώρο του Πολυτεχνείου βρίσκονταν σε εξέλιξη, αποφασίστηκε από τη μεταβατική κυβέρνηση η επέμβαση του στρατού και ένα από τα τρία άρματα που είχαν παραταχθεί έξω από τη σχολή γκρέμισε την κεντρική πύλη.

«Προβολείς. Εκτυφλωτικό φως. Διαβολικοί ήχοι από τις μηχανές και τις ερπύστριες των τανκς. Κλαγγές όπλων. Υστερικές και τρομαγμένες φωνές των ελεύθερων πολιορκημένων. Μετά το νεύμα του αξιωματικού, η εισβολή. Μαζί με την πόρτα του Πολυτεχνείου, όλα γκρεμίστηκαν μέσα μου, έγιναν συντρίμμια. Δεν φοβήθηκα για την τύχη μου. Ομως ψυχικά ήμουν ένα ράκος, ένας αλλοπαρμένος, γιατί με είχαν κυριεύσει, με είχαν καταπλακώσει οι ευθύνες, οι ενοχές και οι τύψεις μου, τα “γιατί” για το αίμα, τους νεκρούς, τους τραυματίες, τους συλληφθέντες, για την έξοδο, για το μετά. Αρνήθηκα να με “φυγαδεύσουν” κάποιοι αξιωματικοί του στρατού. Ενιωθα το χρέος και το καθήκον να απαιτήσω να τηρηθούν τουλάχιστον ορισμένοι όροι για την παράδοσή μας, έτσι, για την τιμή της εξέγερσής μας. Αμέσως μετά την “παράδοση του χώρου” με συνέλαβαν και με οδήγησαν για πολύμηνη φυλάκιση στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, όπου βίωσα μαζί με άλλους φίλους και εκλεκτούς αγωνιστές της γενιάς μας τι σημαίνουν βασανιστήρια, άγριο ξύλο και φάλαγγα, τι σημαίνουν ως μαρτύριο, συνεχής αϋπνία και ορθοστασία, χωρίς φαγητό και ελάχιστο νερό, τι σημαίνει σωματική και ψυχική βία, με όλες τις συνακόλουθες κτηνώδεις ανακριτικές μεθόδους στο κελί της φυλακής ή στο δωμάτιο του αναρρωτηρίου, τι σημαίνουν όρια αντοχής, ψυχικά αποθέματα και αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου, τι σημαίνουν πίστη σε ιδανικά και ιδέες, απόλυτη ταύτιση με μυστικά και κώδικες μιας οργάνωσης, απόλυτη αλληλεγγύη προς τους άλλους», σημειώνει ο Κώστας Λαλιώτης.

«Περισσότερο από το ξύλο και την απομόνωση, θυμόμαστε την αναζήτηση της επαφής με τους άλλους συγκρατούμενους, που οσφραινόμασταν την ύπαρξή τους ή ακούγαμε τα βογκητά τους. Ωρες που δεν περνούσαν. Εφτιαξα τράπουλα με τα χαρτόνια από τα σλιπ που έστελναν από το σπίτι μου. Αργότερα, που μας επέτρεψαν το κάπνισμα, έπαιρνα κάποια μηνύματα από την Κάτια. Τα έπιασε κάποιος φρουρός και δεν μίλησε. Αβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Περιμέναμε να φύγει ο δεσμοφύλακας για να χτυπήσουμε τους τοίχους και δώσουμε κάποιο σημάδι. Κάποιον φέρνουν και τραγουδώ με τη φάλτσα φωνή μου το “Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι” για να του δώσω θάρρος. Αυτός κραυγάζει και καλεί τον δεσμοφύλακα. Το βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ από το ξύλο», θυμάται ο Μάκης Μπαλαούρας.

Κατά την είσοδο του άρματος συνθλίβονται δύο τρεις φοιτητές που βρίσκονται πίσω από την πύλη – γεγονός «λίαν πιθανό, αλλά ανεπιβεβαίωτο», σύμφωνα με το πόρισμα του εισαγγελέα Τσεβά. Επίσης, από τα συντρίμμια τραυματίστηκε σοβαρά, με συντριπτικά κατάγματα στα πόδια, η φοιτήτρια Πέπη Ρηγοπούλου, που έγραφε: «Η ανάμνηση της σκηνής εκείνης γυρίζει κύκλους μέσα μου, με γυρίζει σε σπείρες επαναλαμβανόμενες, σ’ ένα λάιτ μοτίφ κουλουριασμένο, με άξονα το σώμα μου και πορεία προς τα κάτω, προς την άβυσσο, σαν τον άδειο κουβά που πάει να γεμίσει στο πηγάδι, χωρίς όμως τη δική του ελαφρότητα. Ενα σώμα που με γδούπους ανταλλάσσει την επαφή του με τα τοιχώματα και τους προεξέχοντες βράχους. Ενα σώμα σε κίνηση μονότονη, νταπ-νταπ, σε κίνηση που τρελαίνει, γιατί δεν υπάρχει έλεος από τον ρυθμό της, γιατί δεν υπάρχει πάτος. Ισως εγώ δεν θέλω να τον δω. Γιατί αυτή η πτώση δεν είναι πτώση. Η σκηνή αρχίζει συνεχώς. Κι έτσι είμαι συγχρόνως στο τότε και το τώρα, συγχρόνως μεγάλη και μικρή».

Για εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες ο Νοέμβριος του ’73 θα μείνει καρφωμένος μέσα στον χρόνο. «Ηταν μια συλλογική εκτόξευση στον ουρανό της ανιδιοτέλειας, ένας πρωτοφανής οργασμός δημιουργίας, μια έμπρακτη υπέρβαση της αλλοτρίωσης και το ουσιαστικότερο μάθημα πολιτικής και ηθικής που θα μπορούσε να πάρει μια γενιά. Στις τρεις εκείνες ημέρες του Νοέμβρη ο χρόνος απόκτησε μια αφάνταστη πυκνότητα, ενηλικιώνοντας ανήλικους και ενήλικους», γράφει ο Σταύρος Λυγερός.

Σαράντα έξι χρόνια μετά, ποιο είναι το δικό μας Πολυτεχνείο; Η αντίσταση απέναντι στην πηγή όλων των δεινών της σύγχρονης εποχής. Να μην ταπεινωθούμε από καμιά μορφή βίας. Να υπάρχουμε με το κεφάλι ψηλά και αιώνιοι υμνητές εκείνων που δεν διαπραγματεύτηκαν το ανάστημά τους. Ούτε την πιο κρίσιμη ώρα.

Στο βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου «Το Πολυτεχνείο ζει; – Ονειρα, μύθοι, αλήθειες», εκτός των προαναφερθέντων τοποθετούνται οι Ιωάννα Καρυστιάνη, Γιώργος Βερνίκος, Γιώργος Γαβριήλ, Γιώργος Γλυνός, Βέρα Δαμόφλη, Ολύμπιος-Εμμανουήλ Δαφέρμος, Δημήτρης Καλουδιώτης, Μέλπω Λεκατσά, Γιώργος Μαρκόπουλος, Δημήτρης Νταβέας, Γιώργος Ν. Οικονόμου, Παναγιώτης Δ. Παναγιώτου, Γιώργος Παυλάκης, Κώστας Παυλίδης, Νικόλαος Ρεβελάκης, Αλκης Ρήγος, Μιχάλης Σαμπατακάκης, Θώμας Σλιώμης, Κώστας Σμυρνής, Αντώνης Ταβάνης, Δημήτρης Τζουβάνος, Διονύσης Τσακνής, Μανούσος Τσαφαράκης, Γιάννης Φλώρος, Αλκμήνη Ψιλοπούλου, Στέλιος Κούλογλου, Χρήστος Λάζος, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Διονύσης Μαυρογένης, Γιώργος Παπαπέτρος, Στέλιος Παππάς, Γιώργος Παριανός, Νίκος Σιδέρης, Κυριάκος Σταμέλος, Δημήτρης Χατζησωκράτης, Νίκος Αντώνογλου, Γιάννης Γεωργακάκης, Γιάννης Καλογήρου, Χρύσανθος Λαζαρίδης, Στέλιος Λογοθετίδης, Τώνια Μωροπούλου, Γιάννης Νυσταζάκης, Γιώργος Παπαβασιλόπουλος, Λάμπρος Παπαδημητράκης, Στέφανος Τζουμάκας, Γιώργος Φιλιππάκης, Νίκος Χριστοδουλάκης, Αγγελος Μοσχονάς, Διονύσης Μπεχράκης, Αναστάσης Παπαπληγούρας, Μανώλης Δαφέρμος, Κυριάκος Μπεχράκης, Σοφοκλής Χατζησωκράτης, Δημήτρης Κοντογιάννης, Ολγα Μπαλαούρα, Μαρίνα Παπαδήμα και Δημήτρης Τζιαντζής.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 128 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019.