Για μια ακόμα φορά η ΕΕ κομπάρσος και όχι πρωταγωνιστής



23 Ιανουαρίου 2020 · Ώρα δημοσίευσης: 6:10 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:13 μμ


Το νέο έτος δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει με χειρότερες προοπτικές για την ΕΕ. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στις σχέσεις ΗΠΑ Ιράν μετά τη δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμανί αλλά και η όξυνση της κρίσης στη Λιβύη, με την επίθεση του στρατηγού Χαφτάρ και την αποστολή μισθοφόρων εκ μέρους της Ρωσίας και αντίστοιχα τζιχαντιστών εκ μέρους της Τουρκίας, έδειξαν για μια ακόμα φορά την ουσιαστική αδυναμία της διεθνούς παρέμβασης της ΕΕ.

Του Κώστα Μελά *

Οι συνήθεις λόγοι που αναφέρονται γι’ αυτή την αδυναμία παρέμβασης της ΕΕ είναι η μη καταλληλότητα των μηχανισμών απόφασης που ακόμα βασίζονται στην ομοφωνία, η απουσία μιας αξιόπιστης αμυντικής δύναμης, καθώς και η έλλειψη ηγετικών πολιτικών μορφών με διεθνή αναγνώριση και κύρος.

Παρότι μπορούμε να συμμεριστούμε τους παραπάνω λόγους, θεωρούμε ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ΕΕ ως προς τη διεθνή της παρουσία στον καταμερισμό ισχύος προέρχονται από τον ίδιο τον τρόπο δόμησης της κατασκευής της.

Οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ τα τελευταία χρόνια αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου».

Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών.

Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου» με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, όπως και με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην Ιστορία.

Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.

Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα, καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις «εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού», αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί και το οποίο γεννά αρχές που δεν είναι εθνικές, αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές.

Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια Ιστορία.

Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειομένης της στρατιωτικής ισχύος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα, που, μόνο ως τέτοιο, θεωρεί ότι ο πόλεμος -η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα- αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.

Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά».

Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας -άρα εν πολλοίς και της μη ηθικής- της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία -όσο και να φαντάζει αντιφατικό- οικουμενικής και σχετικιστικής ηθικής στις διεθνείς υποθέσεις.

Ο αποκλεισμός της χρήσης στρατιωτικής ισχύος προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτεταμένη χρησιμοποίηση της διπλωματίας, όχι ενός οποιουδήποτε είδους διπλωματίας, αλλά συγκεκριμένα της «κοσμοπολίτικης διπλωματίας», η οποία προκύπτει από έναν νέο τρόπο «μετακρατικής» συγκρότησης.

Η «κοσμοπολίτικη διπλωματία» δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα μόνο στο επίπεδο της εμφάνισής τους (π.χ., τρομοκρατία), αλλά και στο επίπεδο της πρωταρχικής δημιουργίας τους.

Επιχειρεί, δηλαδή, να τα απαλείψει στο επίπεδο παραγωγής τους. Αυτό πιστεύεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με την πειθώ, τη συνεργασία, τον διάλογο και την επικοινωνία μέσω της επίκλησης οικουμενικών αξιών και γενικών συμφερόντων.

Οι προσπάθειες των οικουμενιστών κατατείνουν στην απόδειξη ύπαρξης πανανθρώπινων καταβολών ή νοητικών ικανοτήτων και προδιαθέσεων, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό διαπιστώνονται κοινές αξίες, κοινοί τρόποι σκέψης και συνεπώς χώρος για καθολική συνεννόηση.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η προσεχής πρωτοβουλία της καγκελαρίου Μέρκελ για το λιβυκό ζήτημα.

Δυστυχώς, η αδήριτη πολιτική, κοινωνική, οικονομική και ιστορική πραγματικότητα εύκολα ανατρέπει σχεδιασμούς που τη «διαβάζουν» εντελώς λανθασμένα.

* Καθηγητής Οικονομικών

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 137 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 19 Ιανουαρίου 2020.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

Παίγνια σύγκρουσης και ανταγωνισμού στη Μεσόγειο

Νέα κατάσταση, νέα καθήκοντα για την εξωτερική πολιτική