Η ενέργεια πίσω από τις απειλές της Αγκυρας



24 Απριλίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 1:38 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:38 μμ


Του Στέφανου Μυτιληναίου

Εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, μια «διασύνδεση» που διαπερνά οριζόντια τους πολιτικούς χώρους Ελλάδας και Κύπρου εργάζεται νυχθημερόν για να μας «μονοιάσει» με τη νεοοθωμανική μας γείτονα. Με αμφιλεγόμενη ρητορική, άλλοτε «φιλελεύθερη», άλλοτε «αριστερή» και άλλοτε «ανάμεικτη», στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης ελληνοτουρκικής φιλίας, πασχίζουν να μας πείσουν «να τα βρούμε» επιτέλους με τους απέναντι, όχι για να ζήσουμε με αλληλοσεβασμό, ως πολιτισμένοι άνθρωποι, αλλά για να συνεκμεταλλευτούμε τους δικούς μας υδρογονάνθρακες και να δώσουμε «χώρο» στην Τουρκία να «ανασάνει» στο Αιγαίο, επειδή την «πνίγουμε» με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Οι τελάληδες των απόψεων αυτών έχουν πόστα-κλειδιά σε πολιτικά κόμματα, πανεπιστήμια, συστημικά ΜΜΕ, δεξαμενές σκέψης, ΜΚΟ, στην παιδεία και στον πολιτισμό μας. Από τις σημαντικές θέσεις τους, ακούραστα κηρύσσουν και κατηχούν -ορισμένοι, μάλιστα, απροκάλυπτα-, αποσκοπώντας να αλλοτριώσουν όσο περισσότερο γίνεται το φρόνημα του λαού μας και να εξωραΐσουν τον Ανατολίτη γείτονά μας.

Η ίδια «διασύνδεση», εκτός από ένθερμη της ψευδεπίγραφης φιλίας, που αποσκοπεί αποκλειστικά στη συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων μας, είναι και υπέρμαχη της λεγόμενης «πολιτικής κατευνασμού» (Appeasement Policy). Ο όρος αναφέρεται για πρώτη φορά στην εξωτερική πολιτική του Βρετανού πρωθυπουργού Νέβιλ Τσάμπερλεν, ο οποίος πάσχιζε να κρατήσει καλές σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία, αν και εκείνη είχε ήδη αρχίσει να προσαρτά εδάφη γειτονικών της χωρών.

Η «πολιτική κατευνασμού» του Τσάμπερλεν το μόνο που κατάφερε ήταν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε δηλώσει στο παρελθόν θαυμαστής της χιτλερικής πολιτικής και η αλήθεια είναι ότι -τηρουμένων των αναλογιών- την εφαρμόζει κατά γράμμα.

Γίγαντας χωρίς πόρους

Η Τουρκία με μια πρώτη ματιά δείχνει να πληροί τις προϋποθέσεις για να αναδειχτεί σε περιφερειακή ή ακόμα και σε παγκόσμια δύναμη. Είναι μεγάλη σε έκταση, πολυπληθής και κατέχει μια εξαιρετική γεωπολιτική θέση. Της λείπει όμως παντελώς το σημαντικότερο: οι ενεργειακοί πόροι.

Στην Τουρκία που προέκυψε πριν από έναν αιώνα, ως απομεινάρι από τον διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου χάραξαν σύνορα που τη χώρισαν από τα πλούσια κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκική Δημοκρατία των 13.648.270 κατοίκων του Κεμάλ Ατατούρκ δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμβιβαστεί με ό,τι της αφέθηκε από τις δυτικές δυνάμεις.

Η σημερινή όμως νεοοθωμανική Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με πληθυσμό 80.810.525 κατοίκων, διακηρύσσει ότι «πνίγεται» στα σύνορα του Κεμάλ και θεωρεί ότι είναι αρκετά δυνατή για να ανακαταλάβει εδάφη που αδίκως στερήθηκε («Ορκος του Εθνους»), στα οποία συμπεριλαμβάνονται η Δυτική Θράκη, νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, η Κύπρος, η Βόρεια Συρία και το Βόρειο Ιράκ.

Κι αυτό ακριβώς κάνει. Το 1974 εισέβαλε και κατέλαβε παράνομα τη Βόρεια Κύπρο, το 2016 προχώρησε σε παράνομη εισβολή και κατοχή της Βορειοδυτικής Συρίας, μπαινοβγαίνει στρατιωτικά στο Βόρειο Ιράκ και διεκδικεί το μισό Αιγαίο, αμφισβητώντας την ελληνική κυριαρχία σε μια σειρά από νησιά και βραχονησίδες.

Ολες αυτές οι διεκδικήσεις καθοδηγούνται από μία και μόνο «δίψα»: την ενεργειακή. Το μεγάλο όμως εμπόδιο της Τουρκίας, που καθιστά κάθε διεκδίκησή της παράνομη, είναι η Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Σύμφωνα με αυτή, η Τουρκία υπέγραψε ότι η εδαφική κυριαρχία της περιορίζεται στις νήσους που απέχουν έως 3 ναυτικά μίλια από τις ακτές της, παραχωρώντας το υπόλοιπο αρχιπέλαγος στην Ελλάδα («εκτός της Ιμβρου, της Τενέδου και των Λαγουσών νήσων») και τα Δωδεκάνησα στην Ιταλία. «Η Τουρκία δήλοι ότι παραιτείται παντός τίτλου και δικαιώματος πάσης φύσεως επί των εδαφών ή εν σχέσει προς τα εδάφη άτινα κείνται πέραν των προβλεπομένων υπό της παρούσης Συνθήκης ορίων». Πέρα, δηλαδή, από τα 3 ναυτικά μίλια από τις ακτές της δεν της ανήκει τίποτα.

Εχει, λοιπόν, δύο επιλογές. Ή θα μας κάνει πόλεμο με κάποια πρόφαση, όπως στην Κύπρο το 1974 και τώρα στη Βόρεια Συρία και το Ιράκ, ή διατηρώντας μια ψυχροπολεμική ένταση, σε συνδυασμό με τακτικές «υβριδικού» και «ψυχολογικού» πολέμου, θα επιδιώξει να μας οδηγήσει με κάποιον τρόπο σε μια διαπραγμάτευση, επιδιώκοντας να της παραχωρήσουμε μερίδιο από τον πλούτο μας. Το πιθανότερο είναι να ακολουθήσει τη δεύτερη οδό, αυτή της διαρκούς παρενόχλησης, διότι γνωρίζει ότι σε μια γενικευμένη πολεμική αναμέτρηση μαζί μας θα υποστεί συντριπτικό πλήγμα και θα διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη.

Η Τουρκία είναι σαφές τι επιδιώκει. Αυτό που μένει να αποσαφηνιστεί είναι τι πραγματικά επιδιώκουν όσοι προτρέπουν να ενδώσουμε στις απαιτήσεις της με αντάλλαγμα την ησυχία μας.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 46 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 22 Απριλίου 2018.

Διαβάστε επίσης:

Παιχνίδια 5ης φάλαγγας με την έξοδο από το μνημόνιο

Σκάνδαλο Novartis: Νέα πρόσωπα και μπαράζ διώξεων το καλοκαίρι