(Μ)εθισμένοι στο διαδίκτυο

Τι δείχνουν οι έρευνες για τη χώρα μας



26 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 4:04 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:04 μμ


Οι Έλληνες αφιερώνουν έως και τρεισήμισι ώρες για να σερφάρουν σε ιστοσελίδες. Οκτώ στους δέκα έχουν smartphone. Δημοφιλέστερα applications τα Viber, Messenger, Skype και από κοντά ακολουθούν facebook, twitter, Instagram.

Σχεδόν εννιά στους δέκα Έλληνες συνδέονται καθημερινά στο διαδίκτυο, αφιερώνοντας έως τρεισήμισι ώρες για να σερφάρουν σε ιστοσελίδες. Μάλιστα, οι Έλληνες αποδεικνύονται οπαδοί του mobile internet, αφού το 75% συνδέεται στο διαδίκτυο μέσω κινητού τηλεφώνου. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα έρευνας της Focus Bari, τη χρήση του διαδικτύου ενθαρρύνει η ολοένα αυξανόμενη διείσδυση των smartphones στην καθημερινότητα των Ελλήνων, που σε ποσοστό 80% είναι κάτοχοι τέτοιου είδους τηλεφώνων. Η διείσδυση των smartphones είναι συντριπτική στις ηλικίες από 13 έως 17 ετών, με το 99% των ατόμων αυτών των ηλικιών να έχει στην κατοχή του τον συγκεκριμένο τύπο κινητών, ενώ στις ηλικίες 18 έως 24 ετών οι ιδιοκτήτες έξυπνου κινητού ανέρχονται στο 98%. Υψηλά όμως παραμένουν τα ποσοστά και στις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες των Ελλήνων καταναλωτών. Τα smartphones έχουν διεισδύσει κατά 96% στις ηλικίες 24-35 ετών, ενώ ακόμα και στην ηλικιακή ομάδα 65-74 ετών η διείσδυση φτάνει το 39%.

Άλλη μια παγκόσμια τάση που ισχύει και στην Ελλάδα είναι η χρήση applications, με το 72% να χρησιμοποιεί κάποιο app στο κινητό του. Δημοφιλέστερα apps μεταξύ των Ελλήνων χρηστών είναι αυτά που αφορούν στην επικοινωνία, όπως το Viber, το Messenger και το Skype, καταγράφοντας ποσοστό 54%, και ακολουθούν οι εφαρμογές μέσων κοινωνικής δικτύωσης (facebook, twitter, Instagram) με ποσοστό 53%. Στην τρίτη θέση των προτιμήσεων των Ελλήνων βρίσκονται οι εφαρμογές μουσικής και βίντεο (YouTube, Spotify) με 39% και ακολουθούν οι εφαρμογές χαρτών και μετακίνησης με 36%.

Η έρευνα επιβεβαιώνει παράλληλα έναν μύθο των προηγούμενων χρόνων, που πλέον έχει γίνει πραγματικότητα: ότι η τεχνολογία έχει εισβάλει ακόμα και στην… κούνια των μικρών παιδιών. Κι αυτό γιατί τρία στα τέσσερα παιδιά ηλικίας 5-12 ετών συνδέονται στο διαδίκτυο μέσω κινητών τηλεφώνων ή tablet, ενώ ένα στα έξι παιδιά ηλικίας 6-12 ετών έχει δικό του κινητό τηλέφωνο.

Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 76,5% των νοικοκυριών της χώρας έχει πλέον πρόσβαση στο διαδίκτυο από την κατοικία του, μέγεθος που αυξήθηκε κατά 7,8% σε σχέση με το 2017, ενώ την τελευταία δεκαετία (2009-2018) καταγράφεται αύξηση 100,8%. Η συγκεκριμένη έρευνα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δείχνει ότι ευρυζωνική σύνδεση χρησιμοποιεί το 76,1% του συνόλου των νοικοκυριών με ένα τουλάχιστον μέλος ηλικίας 16-74 ετών, ενώ αναφορικά με τους λόγους χρήσης του διαδικτύου το 2018, η αναζήτηση πληροφοριών και υπηρεσιών είναι ο πρώτος κατά σειρά λόγος, με ποσοστό 89,4%.

Προσωπικό και κοινωνικό πρόβλημα

Πολλοί που έχουν γεννηθεί μετά το 1994, όταν άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως το διαδίκτυο, ασπάζονται κοινές αξίες, αντλούν πρόσωπα μέσα από τις οθόνες των υπολογιστών, ενσωματώνουν δύο εαυτούς: τον διαδικτυακό και τον πραγματικό. Οι περισσότεροι βιώνουν μια εποχή με δύο πραγματικότητες: την αληθινή και την εικονική. Το διαδίκτυο, που μπορεί να δίνει πρόσβαση σε άπειρο αριθμό πληροφοριών, μπορεί να επηρεάζει τη γνώση, καθώς η πληροφορία δεν είναι γνώση, την κουλτούρα, τον πολιτισμό, τη δημοκρατία, αλλά και τον… εγκέφαλο, προκαλώντας εθισμό όταν γίνεται κατάχρηση ή κακή χρήση της τεχνολογίας αυτής.

Του Σταμάτη Αλαχιώτη
Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής

Το φαινόμενο του εθισμού στο διαδίκτυο δημοσιοποιήθηκε το 1997, αλλά ακόμα δεν έχει κατανοηθεί ως μεγάλο προσωπικό και κοινωνικό πρόβλημα το οποίο μαστίζει κυρίως παιδιά και εφήβους, που στην εποχή μας έχουν μάθει να θέλουν τα πάντα, ακόμα κι αν κάτι βρίσκεται στην άλλη άκρη της υφηλίου, αποκτώντας το με τη διασύνδεσή τους στο διαδίκτυο. Ως εθισμός χαρακτηρίζεται γενικά η ψυχολογική ή ψυχοπαθολογική εξάρτηση από μια ουσία ή κατάσταση που οδηγεί στην απώλεια ελέγχου του εθισμένου ατόμου. Εθισμός στο διαδίκτυο, ειδικότερα, θεωρείται η υπέρμετρη, ανεξέλεγκτη και παρορμητική χρήση του, που επηρεάζει δραστικά τη φυσιολογική ζωή του ατόμου, προκαλώντας του άγχος και δυσφορία από την αυξανόμενη έλλειψη ικανοποίησής του ή την έλλειψη πρόσβασης σ’ αυτό, κατάσταση που μεταφέρεται και στο οικογενειακό, φιλικό και εργασιακό περιβάλλον του εθισμένου.

Εθισμένο θεωρείται ένα άτομο που περνά τουλάχιστον έξι ώρες την ημέρα στο διαδίκτυο και έχει εκδηλώσει ένα σύμπτωμα τουλάχιστον τρεις μήνες πριν από τη διάγνωση. Τέτοια συμπτώματα είναι, λ.χ., η σφοδρή επιθυμία να συνδεθεί με το διαδίκτυο, η πνευματική και σωματική δυσφορία του όταν δεν είναι συνδεδεμένο, η αδυναμία του στην προσοχή, η δυσκολία στον ύπνο, ο έντονος εκνευρισμός του. Προηγούνται, βέβαια, πολλές προειδοποιητικές ενδείξεις, όπως, λ.χ., οι ανεπιτυχείς προσπάθειες του ατόμου να ελέγξει τον χρόνο του στο διαδίκτυο, η αυξανόμενη επιθυμία του για περισσότερο χρόνο, η αδιαφορία του για άλλα θέματα (φιλικά, οικογενειακά, εργασιακά), το συναισθηματικό του κενό, τα αισθήματα ενοχής του κ.ά.

Ένας από τους αιτιολογικούς παράγοντες εθισμού στο διαδίκτυο είναι και ο γενετικός, όπως συμβαίνει σε κάθε εθισμό γενικά, που συμβάλλει περίπου κατά 60%. Μια πρώτη έρευνα, λ.χ., 8.500 ζευγαριών μονοζυγωτικών και διζυγωτικών διδύμων, που μελετήθηκαν ως προς τον χρόνο που ξοδεύει το καθένα στο διαδίκτυο, έχει αποκαλύψει ότι οι ατομικές διαφορές μεταξύ τους οφείλονται κατά το 1/3 σε γενετικούς παράγοντες. Το DNA, δηλαδή, παίζει ρόλο στη διαδικτυακή εξάρτηση.

Άλλες σχετικές έρευνες, περισσότερο εστιασμένες, έχουν δείξει ότι άτομα εθισμένα φέρουν στην πλειονότητά τους μια γενετική παραλλαγή ενός γονιδίου που συμμετέχει στον μηχανισμό επιβράβευσης του εγκεφάλου, μέσω της έκκρισης από τον επικλινή πυρήνα του της ντοπαμίνης, ορμόνης της ευχαρίστησης, προκαλώντας ικανοποίηση στο άτομο όσο είναι συνδεδεμένο. Εξίσου εντυπωσιακός είναι και ο επηρεασμός του εθισμένου εγκεφάλου. Μελέτες, λ.χ., με λειτουργική μαγνητική τομογραφία έχουν δείξει αλλοιώσεις στις νευρωνικές συνάψεις εγκεφαλικών περιοχών που αφορούν στον έλεγχο των συναισθημάτων, στη λήψη αποφάσεων και στον αυτοέλεγχο, με αποτέλεσμα να επηρεάζονται η σκέψη του εθισμένου ατόμου για την επίλυση προβλημάτων, η ανάκληση από μνήμης πληροφοριών και η διεργασία μάθησης νέων γνωσιακών αντικειμένων.

Το πρόβλημα, λοιπόν, του εθισμού στο διαδίκτυο είναι υπαρκτό και μεγάλο, χωρίς όμως να επιδεικνύουν ανάλογο ενδιαφέρον όσοι οφείλουν να συμβάλουν ουσιαστικά στην αντιμετώπισή του. Από την πλευρά μας, μπορούμε να τονίσουμε, στη βάση της αυξανόμενης ερευνητικής γνώσης περί της γενετικής συμβολής στον εθισμό, ότι, επειδή κανένας έφηβος δεν μπορεί να γνωρίζει αν είναι γενετικό θύμα μιας γονιδιακής παραλλαγής του που του προκαλεί προδιάθεση στον εθισμό, το καλύτερο όπλο που διαθέτει είναι η πρόληψη. Πρέπει να γνωρίζει επίσης ότι η θεραπεία δεν έχει πολύ μεγάλη επιτυχία, καθώς μόνο το 1/3 των εθισμένων παιδιών απομακρύνεται θετικά από το διαδίκτυο. Αναμφισβήτητα, θα πρέπει να ενεργοποιηθούν πιο ουσιαστικά και πιο δυναμικά όσοι φορείς ασχολούνται με το παιδί. Αλλά πιο εξειδικευμένα επ’ αυτού σε άλλη επικοινωνία μας.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 90 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Η σωτηρία για την πρώτη κατοικία – Συμφωνία σταθμός κυβέρνησης & τραπεζών

Νέο ομόλογο: Μέσα στον Μάρτιο η επόμενη έξοδος στις αγορές

Ήρθε η ώρα της κοινωνίας