Μεταναστευτικό – Προσφυγικό: Η Ελλάδα μόνη παλεύει, οι Ευρωπαίοι νιώθουν ενοχές…

10.800 αφίξεις στα νησιά τον Οκτώβριο, 63.000 στο δεκάμηνο. Ανησυχητικά τα μηνύματα των ροών στον Έβρο. Καμπανάκι χτυπούν οι αστυνομικοί. Την ίδια ώρα δημοσιεύματα και διεθνείς οργανισμοί περιγράφουν με μελανά χρώματα την κατάσταση



2 Δεκεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 10:37 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 10:45 πμ


Ανησυχητικά είναι για μια ακόμα εβδομάδα τα στοιχεία από τις αφίξεις προσφύγων και μεταναστών. Στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου την τελευταία εβδομάδα έφτασαν σε Λέσβο, Χίο και Σάμο 2.793 μετανάστες, σύμφωνα με τα στοιχεία των ελληνικών Αρχών.

του Βασίλη Ταλαμάγκα
[email protected]

Στο μεταξύ, στους προσφυγικούς καταυλισμούς του Αιγαίου ζουν συνολικά 39.161 μετανάστες, αναφέρει η αρμόδια Υπηρεσία Μετανάστευσης. Παρά τις εξαγγελίες της ελληνικής κυβέρνησης για την ταχύτερη εξέταση των αιτήσεων χορήγησης ασύλου αλλά και την προώθηση της κατασκευής των προαναχωρησιακών κέντρων, ο προβληματισμός στις τοπικές κοινωνίες μεγαλώνει, κυρίως λόγω του μεγάλου αριθμού ατόμων, σε συνδυασμό με περιστατικά παραβατικής συμπεριφοράς. Το ανησυχητικό είναι ότι τις τελευταίες μέρες παρατηρείται αύξηση των ροών σε σημεία που μέχρι πρότινος ήταν μάλλον εκτός σχεδιασμών των δικτύων των διακινητών.

Στους δήμους Αρριανών και Μαρώνειας – Σαπών αλλά και του νομού Εβρου γενικότερα έχουν παρατηρηθεί μεγάλες ομάδες μεταναστών να κινούνται στα ακριτικά χωριά. Με δημόσιες δηλώσεις τους οι αστυνομικοί υπάλληλοι της περιοχής εκφράζουν σε έντονο ύφος τα σοβαρά προβλήματα αστυνόμευσης που έχουν προκύψει εκεί, σε συνδυασμό με την υποστελέχωση που παρατηρείται στις τοπικές υπηρεσίες λόγω έλλειψης προσωπικού.
Πάντως, για τον Οκτώβριο οι αφίξεις στα νησιά ανήλθαν στις 10.800 και στις 63.000 το δεκάμηνο Ιανουαρίου – Οκτωβρίου, ενώ πλέον τεκμηριώνεται ότι ο ένας στους τρεις που έφτασε στην Ελλάδα είναι αφγανικής καταγωγής. Μείωση επομένως των μεταναστευτικών ροών στα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου κατά 18% κατέγραψε η Frontex για τον Οκτώβριο, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα στοιχεία, με βάση τα οποία η εν λόγω μείωση ήταν και ο βασικός λόγος που μειώθηκαν συνολικά οι παράνομες διελεύσεις στα ευρωπαϊκά σύνορα κατά 17% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα, φτάνοντας τις 16.800 αφίξεις.

Το σύνολο των αφίξεων για όλες τις μεταναστευτικές οδούς για τους πρώτους δέκα μήνες του 2019 ήταν κατά 16% λιγότερες, φτάνοντας τις 107.900. Για τη Frontex, παρόλο που ο αριθμός των παράτυπων μεταναστών που παίρνουν τη μεταναστευτική οδό της Ανατολικής Μεσογείου (ελληνικά νησιά) μειώθηκε τον περασμένο μήνα, παραμένει η πιο δημοφιλής διαδρομή, καταγράφοντας τα δύο τρίτα όλων των παράνομων διελεύσεων στην ΕΕ. Επιπλέον, σημειώνεται πως παρά τη μείωση, η οποία οφείλεται κυρίως στις κακές καιρικές συνθήκες, ο συνολικός αριθμός των αφίξεων στα ελληνικά νησιά και το Αιγαίο το πρώτο δεκάμηνο του 2019 αυξήθηκε κατά 31% σε σχέση με την ίδια περίοδο πέρσι, φτάνοντας τις 63.000. Το μεγαλύτερο ποσοστό των μεταναστών που εντοπίστηκαν σε αυτή τη διαδρομή ήταν Αφγανοί (ένας στους τρεις), ενώ οι Σύροι αποτελούσαν το ένα τέταρτο του συνόλου.

Επικίνδυνο κοκτέιλ με το δημογραφικό

Μια άλλη εθνική διάσταση της υπόθεσης του Προσφυγικού στις συγκεκριμένες περιοχές έχει να κάνει με τα σοβαρά προβλήματα υπογεννητικότητας που παρατηρούνται σε κρίσιμα γεωγραφικά σημεία της ελληνικής επικράτειας. Το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων – θανάτων εξελίσσεται πλέον σε χρόνιο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, καθώς το ζήτημα έχει ξεκινήσει από το 2011 και διογκώνεται συνεχώς. Οι θάνατοι ήταν 111.000 το 2011 κι από το 2015 και μετά έχουν σταθεροποιηθεί σε πάνω από 120.000. Αντίθετα, οι γεννήσεις ήταν 106.400 το 2011 και 100.371 το 2012 και πλέον έχουν υποχωρήσει αισθητά στις 86.440.

Σε κάθε περίπτωση, το τεράστιο θέμα του Προσφυγικού θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με τον βαθμό αποδοχής από τις τοπικές κοινωνίες των προσφύγων αλλά και σε συνδυασμό με τα εθνικά, θρησκευτικά ή άλλα χαρακτηριστικά που έχουν αυτές οι κοινωνίες. Σε ό,τι αφορά στις συγκεκριμένες χερσαίες ακριτικές περιοχές, η παρέμβαση της ελληνικής πολιτείας πρέπει να είναι άμεση στα ζητήματα της μετακίνησης των προσφύγων – μεταναστών προς τις δομές της ενδοχώρας, καθότι ο τουρκικός παράγοντας έχει δείξει ότι κινείται κατ’ επανάληψη μακριά από τις αρχές των διεθνών Συνθηκών και του διεθνούς δικαίου.

Μπαράζ δημοσιευμάτων

Πληθώρα δημοσιευμάτων στον ευρωπαϊκό Τύπο -και όχι μόνο- μιλούν πάλι για τη μεγάλη κρίση του Προσφυγικού που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, την ώρα που μόνο στο νησί της Λέσβου ο αριθμός ανέβηκε την τελευταία εβδομάδα στους 18.853 μετανάστες. Αναφορές δε στις εμπιστευτικές εκθέσεις των διαφόρων οργανισμών του είδους ότι «η Ελλάδα, ενώ ανακάμπτει από την οικονομική κρίση, βυθίζεται στο προσφυγικό χάος» είναι η κεντρική ιδέα σε μια σειρά επίσημων εγγράφων.

Σοβαροί οργανισμοί της ΕΕ αναλύουν τα παρεπόμενα της προσφυγικής κρίσης. Εμπόδια στην ένταξη των νεαρών προσφύγων, που ενέχουν τον κίνδυνο να δημιουργηθεί «μια μεγάλη, χαμένη ανθρώπινη μάζα», εντοπίζει έκθεση του Οργανισμού Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ (FRA) σε έξι χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η έκθεση αφορά στις πέντε χώρες της ΕΕ που είχαν τον μεγαλύτερο αριθμό αιτήσεων ασύλου, την Αυστρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιταλία και τη Σουηδία, καθώς και στην Ελλάδα ως χώρα πρώτης υποδοχής, που έχει μεγάλο αριθμό αφίξεων. Η έρευνα βασίστηκε σε συνεντεύξεις με πρόσφυγες και αιτούντες άσυλο, με έμφαση στις μικρές ηλικίες αλλά και εργαζόμενους στις δομές σε 15 περιοχές. Ο υπερπληθυσμός στα κέντρα φιλοξενίας αναφέρθηκε και στις έξι χώρες που ερευνήθηκαν, όπως και η έλλειψη υγιεινής, που συχνά είχε αποτέλεσμα σοβαρά υγειονομικά προβλήματα, έλλειψη ιδιωτικότητας και ελλιπή φροντίδα των αδυνάμων.

Οι χρονοβόρες διαδικασίες, σημειώνει ο ευρωπαϊκός οργανισμός, έχουν αρνητικές συνέπειες στους αιτούντες, καθώς προκαλούν άγχος και ένταση και μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα. Οι μακρόχρονες διαδικασίες, εξάλλου, έχουν αντίκτυπο και στην καθημερινότητα των αιτούντων, καθώς αυτοί έχουν πιο περιορισμένη πρόσβαση σε δικαιώματα και υπηρεσίες σε σχέση με τους αναγνωρισμένους πρόσφυγες. «Οσο περισσότερο ένα άτομο δεν έχει πλήρη πρόσβαση σε δικαιώματα και παροχές, ιδίως εκείνα που σχετίζονται με την επαγγελματική κατάρτιση και την απασχόληση, τόσο πιο δύσκολο είναι αυτό να αναπληρώσει τη διαδικασία ενσωμάτωσης μόλις χορηγηθεί το καθεστώς του πρόσφυγα», σημειώνει η έκθεση και παρατηρεί ότι οι αρνητικές συνέπειες μπορούν να αμβλυνθούν εάν η διαδικασία ενσωμάτωσης όσων έχουν υψηλές πιθανότητες να λάβουν άσυλο αρχίσει ενόσω είναι σε εξέλιξη η εξέταση της αίτησής τους.

Το ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο

Οι ελεγκτές της ΕΕ σε άλλη έκθεσή τους απευθύνουν έκκληση για «εντατικοποίηση» της δράσης της ΕΕ στο Προσφυγικό ώστε να αντιμετωπιστούν οι αποκλίσεις και σημειώνουν ότι η διαχείριση του Μεταναστευτικού σε Ελλάδα και Ιταλία δεν πέτυχε πλήρως τους στόχους της. Σύμφωνα με την έρευνα, «τα προγράμματα μετεγκατάστασης έκτακτης ανάγκης δεν πέτυχαν τις τιμές-στόχο που είχαν τεθεί, ενώ ο κύριος στόχος τους, η ελάττωση της πίεσης που ασκείται στην Ελλάδα και την Ιταλία, επιτεύχθηκε μόνο μερικώς». Επιπλέον, «παρά την αύξηση των ικανοτήτων διεκπεραίωσης αιτήσεων ασύλου στις δύο χώρες, οι διαδικασίες παραμένουν εξαιρετικά χρονοβόρες και εξακολουθούν να εμφανίζουν σημεία συμφόρησης, ενώ τα ποσοστά επιστροφής παράτυπων μεταναστών παραμένουν χαμηλά και η διαδικασία της επιστροφής προβληματική σε ολόκληρη την ΕΕ».

Η έκθεση σημειώνει ότι έναντι 160.000 μεταναστών, που ήταν η αρχική τιμή-στόχος, οι χώρες της ΕΕ δεσμεύτηκαν νομικά να μετεγκαταστήσουν 98.256. Εντούτοις, τελικώς μετεγκαταστάθηκαν μόλις 34.705 (21.999 από την Ελλάδα και 12.706 από την Ιταλία). Κατά την εκτίμηση των ελεγκτών, οι χαμηλές επιδόσεις των προγραμμάτων μετεγκατάστασης οφείλονται κυρίως στο πολύ μικρό ποσοστό των δυνάμει επιλέξιμων για μετεγκατάσταση μεταναστών, καθώς οι Αρχές αμφότερων των χωρών αρχικώς αδυνατούσαν να εντοπίσουν το σύνολο των δυνητικών υποψηφίων και να τους προσανατολίσουν επιτυχώς προς την κατεύθυνση της αίτησης μετεγκατάστασης. Από τη στιγμή που οι μετανάστες εντάσσονταν σε πρόγραμμα μετεγκατάστασης, οι προσπάθειες τελεσφορούσαν σε μεγαλύτερο βαθμό. Παρ’ όλα αυτά, οι ελεγκτές εντόπισαν σειρά επιχειρησιακών αδυναμιών στη διαδικασία μετεγκατάστασης.

Οσον αφορά στην Ελλάδα ειδικότερα, η έκθεση αναφέρει ότι «η αυξημένη ικανότητα διεκπεραίωσης αιτήσεων ασύλου εξακολουθούσε να μην επαρκεί για την εκκαθάριση του αυξανόμενου όγκου των εκκρεμών υποθέσεων». Οπως εξηγείται, το 2018 χρειάζονταν κατά μέσο όρο 215 μέρες από την υποβολή της αίτησης έως την έκδοση της πρωτοβάθμιας απόφασης. Οι καθυστερήσεις αυτές οφείλονταν κυρίως σε προβλήματα όπως η έλλειψη γιατρών για τη διενέργεια των αξιολογήσεων στα ελληνικά νησιά. Οσον αφορά στην ταχύρρυθμη και την τακτική διαδικασία η κατάσταση ήταν ακόμη πιο προβληματική, μια και οι ημερομηνίες των συνεντεύξεων ορίζονται σε τέτοιο βάθος χρόνου που φτάνουν μέχρι και το 2021.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 130 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Πόλεμος διπλωματίας στη Μεσόγειο – Απαιτείται εθνική συνεννόηση τώρα