Ο Έλληνας παραμένει μακαρονάς – Η αγορά των ζυμαρικών δεν φοβάται τον ανταγωνισμό

Τέσσερις παίκτες και πέντε brands τα δίνουν όλα για να κατακτήσουν μια θέση στο ελληνικό τραπέζι - Οι ιστορίες πίσω από τα ονόματα και οι ανατροπές με τις νέες διατροφικές τάσεις



18 Νοεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 10:17 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 10:21 μμ


Μπορεί άλλοι να έχουν τ’ όνομα, αλλά κι εμείς οι Έλληνες έχουμε τη χάρη, καθώς μετά τους Ιταλούς καταλαμβάνουμε τη δεύτερη θέση στην Ευρώπη σε κατανάλωση ζυμαρικών. Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ζυμαρικών, η Ελλάδα κατατάσσεται στην τέταρτη θέση της διεθνούς κατάταξης που αφορά στην κατανάλωση ζυμαρικών, μετά την Ιταλία, την Τυνησία και τη Βενεζουέλα.

Της Μαρίας Σμιλίδου
[email protected]

Συγκεκριμένα, η μέση κατά κεφαλήν κατανάλωση ζυμαρικών στη χώρα υπολογίστηκε περίπου στα 11,1 κιλά κατ’ άτομο. Η εγχώρια αγορά ζυμαρικών εκτιμάται ότι αγγίζει τα 180 εκατ. ευρώ ετησίως και οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται μετρώνται στα δάχτυλα του ενός χεριού. Γεγονός το οποίο σημαίνει συγκέντρωση δυνάμεων σε λίγους και ισχυροποιημένους παίκτες.

Δύο στην κούρσα της πρωτιάς

Με τις μάρκες Misko και Barilla, την πρωτοκαθεδρία στα μερίδια αγοράς κατέχει η Barilla Hellas Α.Ε., ακολουθεί, επίσης με υψηλά μερίδια, η Μέλισσα – Κίκιζας (κατέχουν το 43,3% και το 36% της αγοράς αντίστοιχα), ενώ έπονται οι εταιρείες Εurimac Α.Ε. με το εμπορικό σήμα ΜΑΚΒΕΛ και η Δάκος Παναγιώτης ΣΠ ΑΒΕΕ με τα ζυμαρικά Ήλιος.

Τέσσερις παίκτες, πέντε εμπορικά σήματα και δεκάδες μικρότερες επιχειρήσεις, μεταξύ αυτών και συνεταιρισμοί που διεκδικούν την προτίμηση του Έλληνα καταναλωτή στο ράφι των σούπερ μάρκετ αλλά και σε μικρότερες γωνιές του λιανεμπορίου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της Infobank, σε μερίδια αγοράς κυριαρχούν οι Barilla και Κίκιζας, εταιρείες οι οποίες από κοινού καταλαμβάνουν ποσοστό άνω του 75% σε έναν κλάδο που ούτως ή άλλως χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό συγκέντρωσης σε λίγες και μεγάλου μεγέθους επιχειρήσεις.

Αν και ανήκει στον ιταλικό κολοσσό Barilla, η Misko στη συνείδηση του Έλληνα καταναλωτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη μ’ εκείνη την ιστορική διαφήμιση της δεκαετίας του ’80 με πρωταγωνιστή τον Ακάκιο, τον καλόγερο που ξεκινούσε με το γαϊδουράκι του για τα ψώνια της μονής, και ο ηγούμενος του μοναστηριού τού υπενθύμιζε: «Ακάκιε, μην ξεχάσεις τα μακαρόνια να είναι Misko».

Λίγοι, ωστόσο, γνωρίζουν ότι η επωνυμία των ζυμαρικών προέρχεται από τις πρώτες συλλαβές των οικογενειών Μιχαηλίδη και Κωνσταντίνη, οι οποίοι ίδρυσαν το 1927 στον Πειραιά την πρώτη υψηλών προδιαγραφών εταιρεία ζυμαρικών.

Χρονιά-ορόσημο για την ιστορία της Misko υπήρξε το 1991, όταν ο 74χρονος Ελευθέριος Μαντζίκας, μοναδικός επιζών εκ των ιδιοκτητών, αποφάσισε μαζί με τους υπόλοιπους μετόχους και κληρονόμους να πουλήσει την εταιρεία στον μεγαλύτερο όμιλο ζυμαρικών παγκοσμίως, την ιταλική Barilla.

Παρά την εξαγορά, ο Ακάκιος παρέμεινε πιστός στην εταιρική ταυτότητα της εταιρείας και ως τις μέρες μας είναι το σήμα κατατεθέν στις συσκευασίες των προϊόντων της Misko.

Το 2000 η μητρική εταιρεία δημιούργησε μια νέα μονάδα παραγωγής στη Βοιωτία, την τρίτη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, που παράγει και πωλεί ζυμαρικά στην Ελλάδα με σημαντική εξαγωγική δραστηριότητα.

Η Barilla Hellas, σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία του 2018, κατέχει μερίδιο αγοράς 40% έως 45% ως προς την αξία πωλήσεων και ως προς τον όγκο πωλήσεων από 38% έως 42%.

Ο κύκλος εργασιών της εταιρείας διαμορφώθηκε σε 73,6 εκατ. ευρώ από 72 εκατ. ευρώ το 2017. Τα μεικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 1,6% και διαμορφώθηκαν στα 33,1 εκατ. ευρώ από 32,6 εκατ. ευρώ το 2017.

Το μεικτό περιθώριο κέρδους παρέμεινε σταθερό στα επίπεδα του 45%. Τα λειτουργικά έξοδα κατέγραψαν αύξηση και ανήλθαν σε 28,9 εκατ. ευρώ από 27,3 εκατ. ευρώ το 2017.

Παράλληλα, τα αποτελέσματα προ φόρων και τόκων παρουσίασαν κάμψη και διαμορφώθηκαν σε 6,6 εκατ. ευρώ από 7,5 εκατ. ευρώ το 2017. Τα κέρδη μετά από φόρους ανήλθαν στο επίπεδο των 4,4 εκατ. ευρώ.

Μέλισσα, η άγνωστη ιστορία

Κατά πόδας, με μερίδια αγοράς που ξεπερνούν το 33%, ακολουθεί η Μέλισσα – Κίκιζας ΑΒΕΕ, μια αμιγώς ελληνικής καταγωγής εταιρεία που ιδρύθηκε το 1947 με έδρα στη Λάρισα.

Η ιστορία της οικογένειας Κίκιζα ξεκινά πριν από περίπου έναν αιώνα, όταν αποφάσισαν να φύγουν από το Ναύπλιο για την πρωτεύουσα και να ασχοληθούν με το εμπόριο λιανικής.

Στην οδό Λένορμαν και Παλαμηδίου, στο Μεταξουργείο, το κατάστημα τροφίμων που «έτρεχαν» τα 12 αδέρφια της οικογένειας Κίκιζα εξελίχθηκε γρήγορα σε ιδιότυπο μίνι μάρκετ που άφησε εποχή.

Με προσωπικό 35 υπαλλήλων και δύο ταμεία οι Αθηναίοι ήξεραν ότι «στου Κίκιζα» μπορείς να βρεις ό,τι επιθυμήσεις. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη που έδωσε το όνομά του στη γειτονιά και αργότερα, τη δεκαετία του ’60, «η γειτονιά του Κίκιζα» έγινε ακόμη και τραγούδι από τον Γιώργο Ζαμπέτα.

Λίγα χρόνια μετά ανέθεσαν στο μακαρονοποιείο Δήμητρα να φτιάξει ζυμαρικά με τη φίρμα τους και κάπως έτσι οι δύο επιχειρήσεις συνεταιρίζονται το 1938. Ο νεαρός τότε Αλέξανδρος Κίκιζας αναλαμβάνει τη διεύθυνση του μακαρονοποιείου, που αργότερα θα το μετονομάσει Μέλισσα, ως σημείο αναφοράς στην εργατικότητα και την τιμιότητα, για τις οποίες φημιζόταν η οικογένεια.

Σήμερα η Μέλισσα – Κίκιζας ΑΒΕΕ Τροφίμων, με τζίρο 70 εκατ. ευρώ και προσωπικό 210 ατόμων, συγκαταλέγεται στις μεγαλύτερες εταιρείες τροφίμων στην Ελλάδα και ήδη η τρίτη γενιά της οικογένειας προετοιμάζει την περαιτέρω ανάπτυξή της. Το 2018 ήταν πολύ δυνατή χρονιά για την Κίκιζας, καθώς κατέγραψε αύξηση σε τζίρο και κέρδη.

Συγκεκριμένα, η εταιρεία, σύμφωνα με τα δημοσιοποιημένα στοιχεία, αύξησε τον όγκο πωλήσεών της κατά 5,1%, ενώ η άνοδος σε αξία έφτασε το 2,5% και διαμορφώθηκε στα 66,939 εκατ. ευρώ.

Τα προ φόρου κέρδη του ομίλου διαμορφώθηκαν σε 6,016 εκατ. ευρώ από 6,172 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος και τα καθαρά κέρδη άγγιξαν τα 4,5 εκατ. ευρώ έναντι 4,458 εκατ. ευρώ.

Η επέκταση της Κίκιζας

Τη δεκαετία του 2000 η αναπτυξιακή πορεία της Μέλισσα – Κίκιζας συνεχίστηκε με τις εξαγορές των εταιρειών Ζυμαρικά Στέλλα Α.Ε., Παραδοσιακά Ζυμαρικά Βλάχα Α.Ε., Γλυκά Καζινό Α.Ε., Ζυμαρικά ΑΒΕΖ Α.Ε., ενώ παράλληλα άρχισε να διακινεί μέσω του δικτύου της και τις γνωστές κομπόστες και φρούτων Del Monte.

Το 2012 ανέλαβε την αποκλειστική αντιπροσωπεία των προϊόντων της πολυεθνικής Heinz (κέτσαπ και διάφορες συνοδευτικές σάλτσες).

Με σφραγίδα από τη Βόρεια Ελλάδα

Μακαρονάδες τρίτης γενιάς είναι και η οικογένεια Κωνσταντινίδη, που βρίσκεται στο τιμόνι της ΜΑΚΒΕΛ από το 1948.

Τα αδέλφια Κωνσταντινίδη, με καταγωγή από τη Σμύρνη, είχαν εξαγοράσει τη θεσσαλονικιώτικη βιοτεχνία ζυμαρικών Ερμής στα τέλη του 1939 και λίγα χρόνια αργότερα αποφάσισαν να βαφτίσουν τη νέα εταιρεία τους Μακαρονοποιία Βορείου Ελλάδος, εξ ου και ΜΑΚΒΕΛ.

Σήμερα τα ζυμαρικά ΜΑΚΒΕΛ παράγονται στο Κιλκίς από την εταιρεία Eurimac A.E., μια ελληνική καθετοποιημένη βιομηχανία από τις πιο σύγχρονες στην Ευρώπη. Με δυνατά χαρτιά τον ισχυρό εξαγωγικό χαρακτήρα αλλά και τον υψηλό τζίρο που επιτυγχάνει στην εγχώρια αγορά, κυρίως στην κατηγορία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, η Eurimac είναι έτοιμη για τα επόμενα βήματά της, όπως η ενίσχυση του brand name της στην ελληνική αγορά.

Περίπου το 70% της παραγωγής της γίνεται για ιδιωτικές ετικέτες και το 30% αφορά σε δικά της σήματα. Τα προϊόντα της ΜΑΚΒΕΛ βρίσκονται σε 50 χώρες, είτε ως δικά της σήματα είτε ως προϊόντα που παράγει για λογαριασμό μεγάλων εταιρειών λιανικής (private label), ενώ το 40% της παραγωγής της κατευθύνεται σε χώρες σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, από την Αγγλία, τη Γερμανία, τη Γαλλία και την Πολωνία μέχρι την Κούβα, τη Βραζιλία και την Ιαπωνία.

Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η Eurimac αποτελεί τον μεγαλύτερο εξαγωγέα ζυμαρικών, με 120 άτομα προσωπικό και πλάνο επενδύσεων για τα επόμενα χρόνια στα 7 εκατ. ευρώ. Στο εξωτερικό διατίθενται τα ζυμαρικά με την επωνυμία ΜΑΚΒΕΛ, ενώ συμπληρωματικά έχουν αναπτυχθεί οι επωνυμίες Latino, Familia, Grande Pasta κ.ά.

Η Βιομηχανία Ζυμαρικών Ήλιος ιδρύθηκε το 1932 στην Ελευσίνα και από τότε έχει καταγράψει στο ενεργητικό της δεκάδες αλλαγές, με κορυφαίο ορόσημο την εξαγορά του συνόλου των μετοχών της το 1995 από τον αλευροβιομήχανο Παναγιώτη Σπ. Δάκο.

Έκτοτε η επωνυμία τροποποιήθηκε σε Βιομηχανία Ζυμαρικών Ηλιος – Παναγιώτης Σπ. Δάκος. Για την ιστορία αξίζει να αναφερθεί ότι το 1934 οι εγκαταστάσεις της μεταφέρθηκαν στο κέντρο της Αθήνας σε ιδιόκτητο εργοστάσιο, στην οδό Γιατράκου στο Μεταξουργείο, εκεί όπου σήμερα στεγάζεται το 1ο ΕΠΑΛ Αθηνών, ενώ το 1937 πέρασε στην ομόρρυθμη εταιρεία των αδελφών Α. Σακκαλή.

Το 1974 η εταιρεία εκσυγχρονίστηκε και μεταφέρθηκε σε νέο κτίριο στο 11ο χλμ. της εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Τα πρώτα ζυμαρικά της εταιρείας ονομάζονταν Santé, ενώ τα ζυμαρικά Ηλιος, που ξέρουμε μέχρι σήμερα, άρχισαν να κυκλοφορούν μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Το 1971 η Βιομηχανία Ζυμαρικών Ήλιος εξαγοράζει τη Ροδίτικη Βιομηχανία Ζυμαρικών Rosol και είναι σε θέση να παράγει μόνη τα προϊόντα της και να τα διανέμει. Η απήχηση ήταν μεγάλη και κυρίως στα νησιά του Αιγαίου.

Το 1981 τα πρώτα ελληνικά ζυμαρικά «Ολικής Αλέσεως Ήλιος» αποτέλεσαν μια πρωτοποριακή σειρά προϊόντων για την Ελλάδα της εποχής εκείνης, η οποία, μάλιστα, σημείωσε μεγάλη επιτυχία στις αγορές του εξωτερικού.

Με την αλλαγή της διοίκησης ο 21ος αιώνας βρήκε την εταιρεία να ολοκληρώνει τον εκσυγχρονισμό και την επέκταση της υπάρχουσας εγκατάστασης.

Σήμερα οι Μύλοι Παν. Δάκου παράγουν περισσότερα από 50 διαφορετικά είδη αλεύρων, σιμιγδαλιών, μειγμάτων κ.ά., καλύπτοντας ένα ευρύ φάσμα των απαιτήσεων της αγοράς.

Έπειτα από μια σειρά καθοριστικών αλλαγών στη δομή και τη λειτουργία της εταιρείας, η Βιομηχανία Ζυμαρικών Ήλιος στην αγορά είναι σταθερά ανοδική. Διακινεί τα προϊόντα της σε όλα τα κανάλια διανομής, ενώ στους μελλοντικούς στόχους της είναι η διεύρυνση της παρουσίας της στις μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ.

Κερδίζουν έδαφος τα ολικής άλεσης

Στην ελληνική αγορά τα ζυμαρικά ολικής άλεσης «τρέχουν» με διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης, βάσει των στοιχείων της Nielsen, αποτυπώνοντας ανάγλυφα τη σημαντική τάση της εποχής, που κάνει στροφή σε πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες.

Συγκεκριμένα, στα ζυμαρικά ολικής άλεσης καταγράφεται αύξηση 23%, ενώ διψήφια θετική μεταβολή το α΄ εξάμηνο του έτους εμφάνισαν επίσης οι επιμέρους κατηγορίες των χρωματιστών ζυμαρικών (20,8%) και των βιολογικών (12,5%).

Η τάση ανόδου των πωλήσεων σε αξία στις λοιπές υποκατηγορίες ήταν 3,9% στα ζυμαρικά με αυγό, 8,01% στα γεμιστά και 2,6% στα ζυμαρικά χωρίς γλουτένη.

Η μοναδική υποκατηγορία που παρουσίασε μικρή κάμψη κατά 0,6% ήταν των κλασικών ζυμαρικών από σιμιγδάλι.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 128 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: Στην τελική ευθεία από το υπουργείο Οικονομικών 3 εκπλήξεις σε φόρους & δάνεια