Οι προβλέψεις του «Defense News» για την παγκόσμια ασφάλεια

Την έκθεση-μανιφέστο για το 2020 υπογράφουν υπουργοί Αμυνας, επικεφαλής Ενόπλων Δυνάμεων, μέλη Επιτροπών Αμυνας και στελέχη εταιρειών οπλικών συστημάτων - Τι επισημαίνουν για το ΝΑΤΟ, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία και τους άλλους μεγάλους «παίκτες»



1 Ιανουαρίου 2020 · Ώρα δημοσίευσης: 10:31 πμ · Τελευταία τροποποίηση: 10:31 πμ


«Οι παγκόσμιες σχέσεις θα συνεχίσουν να μετατοπίζονται, χωρίς πλέον να καθορίζονται από τις υπάρχουσες συμμαχίες, αλλά από τις προσωπικές συμπεριφορές και τις απαιτήσεις που εξυπηρετούν εαυτούς. Ο ανταγωνισμός θα γίνει πιο σκληρός, δεδομένης της συρρίκνωσης της βιομηχανικής βάσης κι επειδή οι αμυντικές εταιρείες θα πρέπει να αναζητήσουν προγράμματα με τη μεγαλύτερη δυνατή ανταπόδοση πέρα από τις ΗΠΑ», γράφει στο εισαγωγικό σημείωμά της η επικεφαλής της έκδοσης για την παγκόσμια ασφάλεια το 2020, Jill Aitoro, στο ειδησεογραφικό «Defense News». 

της Δέσποινας Συριοπούλου
[email protected]

Η 60σέλιδη, εν είδει έκθεσης, έκδοση καταγράφει τις απόψεις 29 αξιωματούχων -μεταξύ άλλων υπουργών Αμυνας χωρών-μελών της ΕΕ και όχι μόνο, επικεφαλής στρατού, Επιτροπών Αμυνας και διευθυντικών στελεχών μεγάλων εταιρειών παραγωγής οπλικών συστημάτων- από χώρες των οποίων η σημασία για τις ΗΠΑ κρίνεται μείζονα. Οι απόψεις που καταγράφονται από τους συμμετέχοντες, πέρα από τα σημεία ειδικού ενδιαφέροντος (εξελίξεις στην αμυντική βιομηχανία, τεχνητή νοημοσύνη στην Αμυνα, ανάγκες κάθε χώρας), αναδεικνύουν τη σημασία ενίσχυσης της διατλαντικής συνεργασίας με επίκεντρο το ΝΑΤΟ, την ανάγκη ενίσχυσης των διμερών αμυντικών σχέσεων των ΗΠΑ με χώρες που ο δυνάμει κίνδυνος της Ρωσίας ή της Κίνας κάνει επιτακτική την εμβάθυνση ή την περαιτέρω συνεργασία αλλά και τον… επικουρικό -ως προς το ΝΑΤΟ– ρόλο της ΕΕ στο κομμάτι της Αμυνας μέσω της επίτευξης της στρατηγικής αυτονομίας της Ενωσης.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, πρώτος στη σειρά των τοποθετήσεων της εν λόγω ηλεκτρονικής έκδοσης, σημειώνει ότι στις μεγαλύτερες απειλές στο ζήτημα της ασφαλείας εντάσσεται και η επιθετική Ρωσία, τονίζοντας την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, δεδομένου ότι «η ελευθερία δεν έρχεται δωρεάν». 

Το θεωρητικό αφήγημα που τίθεται απ’ όλους τους συμμετέχοντες -καθένας με το ανάλογο βεληνεκές λόγω της γεωγραφικής και γεωπολιτικής θέσης της χώρας που εκπροσωπεί και των σχέσεών του με τις ΗΠΑ– στην έκθεση περί του γενικότερου στόχου ενίσχυσης της παγκόσμιας ασφάλειας επαγωγικά οδηγεί στο συμπέρασμα της ανάγκης για νέες συμφωνίες αμυντικού χαρακτήρα, με επίκεντρο νέα συμβόλαια αγοροπωλησίας οπλικών συστημάτων που ανταποκρίνονται στις επιταγές της νέας εποχής. Το δίπολο των δύο μεγαλύτερων εξαγωγέων όπλων που προϋπήρχε κι εξακολουθεί να υφίσταται (ΗΠΑ – Ρωσία) παράλληλα με τους λίγο μικρότερους παίκτες, όπως η Κίνα, στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας δεν αφήνει το περιθώριο για οποιαδήποτε μορφή παρερμηνείας στα νέα υπό διαμόρφωση δεδομένα, με κύριο χαρακτηριστικό την κατ’ ανάγκη προσχώρηση των χωρών που επιδιώκουν τέτοιου είδους συμβόλαια στη μία ή την άλλη πλευρά. Οι ΗΠΑ από την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ κι εφεξής τοποθέτησαν την αμυντική τους βιομηχανία ως προς την εξωτερική πολιτική τους στην προμετωπίδα της προάσπισης των συμφερόντων τους. Μια «αποπαγκοσμιοποιημένη» πολιτική, που είναι πλήρως ευθυγραμμισμένη με το δόγμα του Αμερικανού Προέδρου «πρώτα η Αμερική» και το σχέδιο «αγοράστε αμερικανικά», που έχει στόχο να δώσει ώθηση στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία -κι ευρύτερα την οικονομία των ΗΠΑ- μέσω της αύξησης συμβολαίων για οπλικά συστήματα. Δεν είναι τυχαία, όπως σημειώνουν Αμερικανοί αναλυτές του χώρου, ως απόρροια αυτής της πολιτικής η αύξηση των αμερικανικών εξαγωγών (σε όπλα) τα τρία τελευταία χρόνια από τα 33,6 δισ. δολάρια το 2016 στα 42 δισ. δολάρια το 2017 και στα 55,6 δισ. δολάρια το 2018, την ώρα που το τρέχον έτος καταγράφει μέχρι στιγμής 55,4 δισ. δολάρια.

Οι στόχοι της Μόσχας

Από την άλλη πλευρά του δίπολου, η Ρωσία παραμένει ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας οπλικών συστημάτων, σε μια περίοδο, ωστόσο, που η οικονομία της εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις. Η Μόσχα, είτε μέσω της παρουσίας της στη Συρία είτε από το άνοιγμά της σε νέες αγορές, επιθυμεί να κρατήσει τη θέση αξιόπιστου εταίρου, συνδυάζοντας ένα συμβόλαιο με καλούς όρους στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής σχέσης. Για πολλούς, ωστόσο, αναλυτές το δίπολο λειαίνει ακόμα περισσότερο τις γωνίες του ύστερα από την εφαρμογή του αμερικανικού CAATSA, του νόμου για την αντιμετώπιση των αντιπάλων της Αμερικής μέσω κυρώσεων. Σύμφωνα με όσα επισημαίνουν, είτε η εφαρμογή κυρώσεων είτε και μόνο η απειλή αυτών φέρνει τους ήδη ή ακόμα και τους δυνάμει «πελάτες» να βρίσκονται στη μέση, την ώρα που η Ρωσία κάνει λόγο για ένα εργαλείο αθέμιτου ανταγωνισμού. Ως αποτέλεσμα αυτού είναι πιθανό υποψήφιες χώρες-πελάτες να απομακρυνθούν από τις ΗΠΑ και να στραφούν στη Μόσχα ή ακόμα και στο Πεκίνο.

Οι προβλέψεις του «Defense News» για την παγκόσμια ασφάλεια το 2020, σε μια έκδοση στην οποία μιλούν μόνο οι πρωταγωνιστές, δίνουν το «αρνητικό» μιας εικόνας που είχε ξεκινήσει να διαμορφώνεται από τα αμερικανικά think tanks τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 2000. Οταν μιλούσαν για τον «νέο ψυχρό πόλεμο», με τις ΗΠΑ επί προεδρίας Τζορτζ Μπους του νεότερου να επικαλούνται το αντίπαλο δέος, τη Μόσχα, που όφειλαν να αντιμετωπίσουν σε όλα τα επίπεδα.

Σήμερα μια διαφαινόμενη ανάγκη για μεγαλύτερη ασφάλεια και κατ’ επέκταση νέα συμβόλαια πολλών δισεκατομμυρίων φέρνει -φαινομενικά ή όχι… θα φανεί- τις πάλαι ποτέ αντίπαλες δυνάμεις ΗΠΑ και Ρωσία -σε επίπεδο αμυντικής βιομηχανίας και όχι μόνο- τη μια απέναντι από την άλλη, με τους εταίρους, συμμάχους ή ακόμα και τους δορυφόρους τους να επιζητούν περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεών τους, είτε στο πλαίσιο αμυντικών συμφώνων είτε σε διμερές επίπεδο. Η ανάγκη για νέα αμυντική τεχνολογία, που θα αντιμετωπίσει τις σύγχρονες συμβατικές ή ακόμα και ασύμμετρες απειλές, ανοίγει τον δρόμο για νέες σχέσεις, συνεργασίες, ισορροπίες αλλά και για σκληρότερο ανταγωνισμό μεταξύ των βασικών πρωταγωνιστών.

Συμμετέχοντες στην έκδοση

Jens Stoltenberg, γενικός γραμματέας του NATO
Jim Inhofe, πρόεδρος της Επιτροπής Ενοπλων Υπηρεσιών της Γερουσίας
Mike Griffin, υφυπουργός Αμυνας
Ellen Lord, υφυπουργός Αμυνας
Mariusz Blaszczak, υπουργός Αμυνας της Πολωνίας
Florence Parly, υπουργός Ενόπλων Δυνάμεων της Γαλλίας
Jeong Kyeong-doo, υπουργός Αμυνας της Νότιας Κορέας
Taro Kono, υπουργός Αμυνας Ιαπωνίας
Lorenzo Guerini, υπουργός Αμυνας της Ιταλίας
Frank Bakke-Jensen, υπουργός Αμυνας της Νορβηγίας
Artis Pabriks, αναπληρωτής πρωθυπουργός & υπουργός Αμυνας της Λιθουανίας
Trine Bramsen, υπουργός Αμυνας της Δανίας
Raimundas Karoblis, υπουργός Αμυνας της Λιθουανίας
Antti Kaikkonen, υπουργός Αμυνας της Φιλανδίας
Ron Mark, υπουργός Αμυνας της Νέας Ζηλανδίας
Jorge Domecq, εκτελεστικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Αμυνας
Στρατηγός Charles Hooper, Υπηρεσία U.S. Defense Security Cooperation Agency
Lisa Gordon-Hagerty, U.S. National Nuclear Security Administration
Στρατηγός Martin Herem, αρχηγός Ενόπλων Δυνάμεων της Εσθονίας
Αντιναύαρχος Andreas Krause, προσωπάρχης του γερμανικού Ναυτικού
Στρατηγός Alberto Rosso, προσωπάρχης της Πολεμικής Αεροπορίας της Ιταλίας
Wehbe Katicha, βουλευτής του Λιβάνου
Dirk Hoke, διευθύνων σύμβουλος της Airbus
Alessandro Profumo, διευθύνων σύμβουλος της Leonardo
Dmitri Trenin, διευθυντής του Κέντρου Carnegie της Μόσχας
Kori Schake, αναπληρώτρια διευθύντρια του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών
Ahmed bin Abdulaziz Al-Ohali, κυβερνήτης της Γενικής Αρχής Στρατιωτικών Βιομηχανιών
Victor Kladov, διευθυντής Διεθνών Συνεργασιών της ρωσικής Rostec

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 134 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»: ΕΛ.ΑΣ.: Οι τζιχαντιστές ξαναφέρνουν Europol – Interpol

Φιάσκο η προσπάθεια Ερντογάν να μπει στα «γαλλικά χωράφια»