Σε τροχιά ανόδου η ελληνική οικονομία

Οι νέες φοροελαφρύνσεις και τα αισιόδοξα μηνύματα από την Τράπεζα της Ελλάδος



25 Δεκεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 8:57 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 8:58 μμ


Οι νέες εξαγγελίες του πρωθυπουργού από το βήμα της Βουλής κατά τη διάρκεια της ομιλίας του για τον προϋπολογισμό αλλά και η Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνουν πλέον τη θετική τροχιά της οικονομίας, που το 2020 δεν θα αποτυπώνεται μόνο με ψυχρούς αριθμούς, αλλά και στην καθημερινότητα των πολιτών.

Του ΘΑΝΑΣΗ ΓΕΡΑΣΙΜΙΔΗ

[email protected]

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον πρώτο προϋπολογισμό της κυβέρνησής του δεσμεύτηκε ότι από το νέο έτος θα αρχίσει η σταδιακή μείωση της εισφοράς αλληλεγγύης, ενώ ταυτόχρονα θα ακολουθήσει και η δεύτερη μείωση κατά 8% του ΕΝΦΙΑ, σε συνδυασμό όμως με τις νέες αντικειμενικές αξίες.

Ο πρωθυπουργός μίλησε για έναν προϋπολογισμό που δεν κρύβει το ενδιαφέρον του για τους ασθενέστερους, τη μεσαία τάξη και τους μισθωτούς: «Ξέρω ότι μέχρι στιγμής ειδικά αυτοί με εισοδήματα άνω των 20.000 ευρώ δεν έχουν ωφεληθεί από τις πολιτικές μας στον βαθμό που θα περίμεναν. Αυτό όμως αλλάζει, καθώς μήνα με τον μήνα εντός του 2020 θα δημιουργείται με ασφάλεια πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος».

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε κατά την παρουσίαση του οικονομικού σχεδιασμού της κυβέρνησής του, ο εθνικός πλούτος το επόμενο έτος θα αυξηθεί κατά 7,3 δισ. ευρώ, με το ΑΕΠ να φτάνει τα 197,3 δισ. ευρώ, κάτι που μεταφράζεται σε 1.600 ευρώ επιπλέον για κάθε οικογένεια. Σε ό,τι αφορά στην απασχόληση, το στοίχημα της κυβέρνησης για το 2020 είναι η δημιουργία 100.000 νέων θέσεων εργασίας.

«Είχα δεσμευτεί απέναντι στον ελληνικό λαό για τρεις κεντρικές προτεραιότητες: θα μειώσω τους φόρους, θα δημιουργήσω πολλές και καλά πληρωμένες δουλειές και θα αποκαταστήσω το αίσθημα της ασφάλειας. Και αυτό ακριβώς κάνει αυτή η κυβέρνηση», είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ενώ εξέφρασε για άλλη μια φορά τη βεβαιότητά του ότι «θα διεκδικήσουμε και θα πετύχουμε τη μείωση των πλεονασμάτων το 2021».

Αναφερόμενος στους στόχους του προϋπολογισμού, ο υπουργός Οικονομικών, Χρήστος Σταϊκούρας, είπε ότι περιλαμβάνουν την επίτευξη ισχυρής οικονομικής μεγέθυνσης, την ανάπτυξη επωφελούς συνεργασίας με εταίρους και συμμάχους, τα υγιή και πειθαρχημένα οικονομικά και την ακόμα μεγαλύτερη μείωση φορολογίας των πολιτών. Επίσης, αντέκρουσε το επιχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ότι παρέδωσε την οικονομία σε καλή κατάσταση, λέγοντας ότι το κόμμα της Αριστεράς παρέλαβε τη χώρα σε ανάπτυξη, αλλά την έφερε σε ύφεση, ενώ επί τέσσερα χρόνια δεν πέτυχε οποιονδήποτε αναπτυξιακό στόχο.

Μείωση έως 30%

Τις προϋποθέσεις για να καταργηθεί σε βάθος χρόνου ίσως ο πιο άδικος φόρος που επιβλήθηκε στους πολίτες στα χρόνια των μνημονίων προσπαθεί να δημιουργήσει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης το 2020 θα δεχτεί μείωση, που αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 20% και 30%.

Οι οριστικές αποφάσεις θα ληφθούν τον ερχόμενο Μάιο. Και αν το ψαλίδι στην εισφορά είναι σίγουρο για τον επόμενο χρόνο, ακόμα δεν έχει διευκρινιστεί αν η ελάφρυνση θα αφορά στο σύνολο του έτους ή μόνο στο β’ εξάμηνο του 2020. Η εισφορά αλληλεγγύης επιβλήθηκε για πρώτη φορά με τον νόμο 3986/2011 στα φυσικά πρόσωπα με εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ και προβλεπόταν να ισχύσει έως το 2014, ωστόσο με νέο νόμο επεκτάθηκε και στο φορολογικό έτος 2015, για να συνεχίσει να επιβάλλεται έως και σήμερα κλιμακωτά σε εισοδήματα άνω των 12.000 ευρώ με συντελεστές που ξεκινούν από το 2,2% και φτάνουν στο 10%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία των οικονομικών υπηρεσιών, τα φυσικά πρόσωπα καταβάλλουν ετησίως περίπου 1,2 δισ. ευρώ για τον συγκεκριμένο φόρο. Η μείωσή του τώρα, που μπορεί να φτάσει έως και το 30%, θα ανακουφίσει κυρίως τη μεσαία τάξη, που τα προηγούμενα χρόνια υπέστη τη μεγαλύτερη «αφαίμαξη».

Ανάπτυξη 2,4%

Το μεσημέρι της περασμένης Παρασκευής κατατέθηκε στη Βουλή η Ενδιάμεση Εκθεση Νομισματικής Πολιτικής της Τράπεζας της Ελλάδος από τον διοικητή της, Γιάννη Στουρνάρα, στην οποία προβλέπεται ανάπτυξη 2,4% για το 2020 και 2,5% για το 2021. Για το 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης με βάση τα νέα εθνικολογιστικά στοιχεία του ΑΕΠ, που δόθηκαν στη δημοσιότητα προσφάτως από την ΕΛΣΤΑΤ, αναμένεται να κινηθεί πάνω από το 1,9%.

Η έκθεση αποδίδει τα εύσημα στην κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι «έχει πραγματοποιήσει ένα δυναμικό ξεκίνημα κι εφαρμόζει ένα ευρύτατο πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και οικονομικών πολιτικών, εστιάζοντας στην επανεκκίνηση ήδη εγκεκριμένων εμβληματικών επενδυτικών έργων, στην επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων, στην προσέλκυση επενδύσεων, στην αναμόρφωση της Δημόσιας Διοίκησης και στη μείωση της φορολογίας. Η μεταρρυθμιστική προσπάθεια έχει ήδη αποδώσει καρπούς».

Οσον αφορά στα πλεονάσματα, η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι θα επιτευχθούν οι στόχοι των 3,5% για το 2019 και το 2020, ωστόσο κρίνει επιβεβλημένη τη μείωσή τους, καθώς έτσι θα επιτραπούν η περαιτέρω μείωση της φορολογίας και η ενίσχυση των δημόσιων επενδύσεων.

Η Τράπεζα της Ελλάδος περιμένει την επόμενη διετία σημαντική ενίσχυση των επενδύσεων, που θα επιτευχθεί χάρη στην εμπέδωση της εμπιστοσύνης των επενδυτών, την επίσπευση των αποκρατικοποιήσεων, τη σταδιακή αποκατάσταση της ρευστότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, την αύξηση της δημόσιας επενδυτικής δαπάνης και την επίσπευση μεγάλων επενδυτικών σχεδίων αλλά και των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.

Παράλληλα, χαρακτηρίζει θετική εξέλιξη την εφαρμογή του σχεδίου «Ηρακλής», καθώς, όπως αναφέρει, θα συμβάλει στην ταχύτερη αποκλιμάκωση του ποσοστού των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ωστόσο, όπως αναφέρει η ΤτΕ, θα πρέπει να συμπληρωθεί και με άλλα μέτρα.

Η έκθεση σημειώνει ακόμα ότι η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει μια σειρά προκλήσεων το επόμενο χρονικό διάστημα, που θα επιβαρύνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της οικονομίας. Αυτές είναι το υψηλό δημόσιο χρέος, που δημιουργεί αβεβαιότητα σε μακροπρόθεσμη βάση στην περίπτωση εξωγενών κλυδωνισμών, το υψηλό ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας και η προβλεπόμενη δημογραφική επιδείνωση λόγω γήρανσης του πληθυσμού, ο αργός ψηφιακός μετασχηματισμός της οικονομίας, το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πολυετούς ύφεσης και η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 133 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου

Διαβάστε επίσης στη Νέα Σελίδα:

Δεκαετίες προκλήσεων: Από τα Σεπτεμβριανά και το «Χόρα» μέχρι τη «συμφωνία» για την ΑΟΖ