Στοιχεία-σοκ: Η συμμαχία της αλβανικής μαφίας με το ISIS



5 Φεβρουαρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:02 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:05 μμ


Οι σχέσεις της αλβανικής μαφίας με το Ισλαμικό Κράτος (ISIS) και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος από εγκληματικές και τρομοκρατικές δραστηριότητες στην Αλβανία του Έντι Ράμα είναι το θέμα του βιβλίου με τίτλο «Geldwäsche in Europa: Terrorismus und Organisierte Kriminalität», που κυκλοφορεί στη Γερμανία και υπογράφεται από πανεπιστημιακούς και ερευνητές του Ινστιτούτου Μελετών Αστυνόμευσης και Ασφάλειας (IPoS) της Σχολής Δημόσιας Διοίκησης της Βρέμης.

Του Στέφανου Μυτιληναίου
[email protected]

Οι συγγραφείς, ο καθηγητής Arthur Hartmann και οι Trygve Ben Holland και Sarah Kunkel, από τον Οκτώβριο του 2016 έως τον Σεπτέμβριο του 2017, υπό την αιγίδα της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Αστυνομίας (BKA), ερεύνησαν τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων.

Επικεντρώθηκαν ιδίως στην Αλβανία και το Κοσσυφοπέδιο αλλά και στις επιπτώσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση, αποσκοπώντας στον εντοπισμό των διασυνδέσεων μεταξύ του οργανωμένου εγκλήματος, της ριζοσπαστικοποίησης και της τρομοκρατίας.

Οι συγγραφείς τονίζουν, όπως αναφέρουν στην ιστοσελίδα του IPoS, ότι στο πλαίσιο της διεύρυνσης της ΕΕ προς τα Δυτικά Βαλκάνια τα εγκληματικά δίκτυα αυξάνουν τη διακρατική δράση τους.

Ως εκ τούτου, η νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος) πρέπει να θεωρείται μηχανισμός που χρησιμοποιείται από ομάδες οργανωμένου εγκλήματος και τρομοκρατικές ομάδες.

Το βιβλίο έγινε αντιληπτό από μερίδα του αλβανικού Τύπου, που άδραξε την ευκαιρία για να εξαπολύσει νέα πυρά κατά του Έντι Ράμα.

Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος της «Gazeta Telegraf»: «Η κυβέρνηση Ράμα ξεπλένει τα χρήματα της μαφίας και της τρομοκρατίας», που επισημαίνει ότι το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις για τις Αστυνομικές Επιστήμες στη Φρανκφούρτη (όργανο της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Αστυνομίας).

Όλο το βιβλίο, συνεχίζει η «Gazeta Telegraf», κατηγορεί κυρίως την κυβέρνηση του πρωθυπουργού της Αλβανίας, Εντι Ράμα, για τη δυνατότητα ξεπλύματος χρημάτων σε μεγάλο βαθμό από τη μαφία και το Ισλαμικό Κράτος.

Οι Γερμανοί συγγραφείς δίνουν πολλά παραδείγματα για το πώς το Ισλαμικό Κράτος χρησιμοποίησε την αλβανική μαφία προκειμένου να πουλήσει νόμιμα στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ πετρέλαιο 15 δεξαμενόπλοιων.

Επίσης, δίνουν διάφορα παραδείγματα για το πώς, παρά την αυστηρότητα των νέων νόμων, οι τοπικές δυνάμεις βάζουν από το παράθυρο αυτό που προηγουμένως έμπαινε από την πόρτα.

Γνωστή είναι και η περίπτωση της τράπεζας ABI Bank (στο Διοικητικό της Συμβούλιο είναι μέλος και η σύζυγος του Ράμα, Λίντα Ράμα), η άδεια της οποίας θεωρήθηκε αδιαφανής από τους διεθνείς οικονομικούς φορείς, όπως το ΔΝΤ, σύμφωνα με το βιβλίο.

Επιπλέον, αναφέρουν ότι η αλβανική μαφία δεν προσεγγίζει ιδεολογικά το Ισλαμικό Κράτος, αλλά όταν μπορεί συνεργάζεται μαζί του για να αυξήσει το οικονομικό κέρδος. Επισημαίνεται επίσης ότι, παρά την παρουσία πυρήνων της Αλ Κάιντα στην Αλβανία πολύ πριν εμφανιστεί το Ισλαμικό Κράτος, δεν εντοπίζεται προς το παρόν θρησκευτική ριζοσπαστικοποίηση στην αλβανική κοινωνία, που στην πλειονότητά της είναι μουσουλμανική.

Πράγματι οι Αλβανοί παραδοσιακά θεωρούνται ελευθερόθρησκοι, ωστόσο η διείσδυση ισλαμιστών εξτρεμιστών ιμάμηδων και στρατολόγων τις τελευταίες δεκαετίες στις κοινωνίες τους απέκτησε ερείσματα.

Τα προηγούμενα χρόνια, τουλάχιστον 1.000 εθελοντές από τα Δυτικά Βαλκάνια ταξίδεψαν μέσω Τουρκίας στη Συρία για να ενταχθούν σε τζιχαντιστικές οργανώσεις. Οι χώρες που πρόσφεραν έμψυχο υλικό στο τζιχάντ (ιερό πόλεμο) είναι οι Βοσνία, Αλβανία, Κοσσυφοπέδιο, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βόρεια Μακεδονία.

Εξαιρουμένων των Σλάβων μουσουλμάνων της Βοσνίας, στις υπόλοιπες περιπτώσεις πρόκειται για Αλβανούς εθελοντές τόσο μέσα από την ίδια την Αλβανία όσο και από τις αλβανικές μειονότητες στις γειτονικές της χώρες. Συντηρητικοί υπολογισμοί εκτιμούν ότι τουλάχιστον 1.500 σεσημασμένοι τζιχαντιστές κυκλοφορούν αυτή τη στιγμή στα Δυτικά Βαλκάνια, πολλοί εκ των οποίων είναι βετεράνοι του πολέμου της Συρίας.

Θεωρίες συνωμοσίας από Μπερίσα για ειδύλλιο του Ράμα και η παρέμβαση του ελληνικού ΥΠΕΞ

Ροζ αποκαλύψεις με… κατασκοπευτικά υπονοούμενα για το παρελθόν του Έντι Ράμα έκανε ο πρώην πρωθυπουργός της Αλβανίας Σαλί Μπερίσα. Καλεσμένος σε τηλεοπτική εκπομπή, αναφέρθηκε σε έναν φερόμενο παλιό έρωτα του Εντι Ράμα πριν από 26 χρόνια με Ελληνίδα διπλωμάτισσα, την εποχή που ο νυν πρωθυπουργός δεν ασχολούνταν με την πολιτική, αλλά με τη ζωγραφική. «Δεν είναι γνωστό αν τον είχε στρατολογήσει η Ελληνίδα», είπε ο Μπερίσα, τονίζοντας ότι ο Ράμα ήθελε να τη νυμφευθεί.

Ο Σαλί Μπερίσα, ποντάροντας στην ελληνική καταγωγή του Εντι Ράμα, από πατέρα Βλάχο και μητέρα Χειμαρριώτισσα, άφησε να εννοηθεί η πιθανότητα να είχε στρατολογηθεί από τις ελληνικές υπηρεσίες πληροφοριών. Ισχυρίστηκε, μάλιστα, ότι η αλβανική αντικατασκοπεία παρακολουθούσε τον Εντι Ράμα με αυτή την υποψία. Το όλο θέμα αντιμετωπίστηκε ως μια ακόμα θεωρία συνωμοσίας του Σαλί Μπερίσα, εξάλλου ο ίδιος φημίζεται γι’ αυτή τη ροπή του.

Ωστόσο, ημερήσια σκανδαλοθηρική εφημερίδα των Αθηνών αποφάσισε να δώσει συνέχεια δημοσιεύοντας φωτογραφίες και το όνομα μιας Ελληνίδας διπλωμάτισσας, την οποία «έδειξε» ως τη δήθεν αγαπημένη του Εντι Ράμα, στην οποία αναφερόταν ο Μπερίσα.

Το δημοσίευμα της ελληνικής εφημερίδας προκάλεσε την οργή του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών, που το κατήγγειλε ως απαράδεκτο για τους απαξιωτικούς και προσβλητικούς χαρακτηρισμούς στο πρόσωπο ενός διακεκριμένου στελέχους της διπλωματικής υπηρεσίας.

«Προβάλλοντας απαράδεκτους υπαινιγμούς και εκθέτοντας προσωπικά στοιχεία, το εν λόγω δημοσίευμα υπονομεύει το εθνικό συμφέρον και εξυπηρετεί σκοπιμότητες αλλότριων τρίτων δυνάμεων σε βάρος της χώρας μας, πλήττοντας την εικόνα της στο εξωτερικό. Θίγει δε βάναυσα την υπόληψη διακεκριμένου και καταξιωμένου στελέχους, το οποίο, βεβαίως, χαίρει της απολύτου εμπιστοσύνης της πολιτικής και υπηρεσιακής ηγεσίας του υπουργείου, έχοντας φέρει σε πέρας με τρόπο λίαν ικανοποιητικό και υπό αντίξοες συνθήκες τα καθήκοντά του στην Αλβανία, όπως και όπου αλλού έχει υπηρετήσει.

Η κατάφωρη παραβίαση κάθε μορφής δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν εκθέτει παρά μόνο την εφημερίδα, ενώ εγείρει εύλογα ερωτήματα ως προς το ποια ακριβώς συμφέροντα εξυπηρετεί. Ας το αναλογιστούν οι ιθύνοντες αυτής, που στον βωμό μιας λεγόμενης “δημοσιογραφίας” φτηνού εντυπωσιασμού, φαυλότητας και ασυνειδησίας επέλεξαν την καθ’ όλα επαίσχυντη αυτή δημοσίευση», αναφέρει η ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών.

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 87 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

Μέι: Με νέες προτάσεις για το Brexit την Πέμπτη στις Βρυξέλλες

Βενεζουέλα: «Όχι» σε εκλογές από Μαδούρο