Τα ομόλογα, τα πλεονάσματα και ο «γρίφος» της ανάπτυξης



September 30, 2019· Ώρα δημοσίευσης: 11:47 am · Τελευταία τροποποίηση: 11:47 am

Σε νέα ιστορικά χαμηλά υποχώρησαν οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων. Το 10ετές βρίσκεται στην περιοχή του 1,35% και το 5ετές υποχώρησε μέχρι το 0,71%. Οι ελληνικοί τίτλοι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι στο έντονο αγοραστικό ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για κρατικό χρέος.

Της Αμαλίας Κάτζου

[email protected]

«Κλειδί» το ΑΕΠ στη συζήτηση θεσμών – κυβέρνησης για τα πλεονάσματα

Οι ανησυχίες για την παγκόσμια οικονομία, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ – Κίνας και οι αναταράξεις στον Περσικό Κόλπο στρέφουν τους επενδυτές σε ασφαλή επενδυτικά καταφύγια, όπως τα ομόλογα και ο χρυσός. Αναφορικά με τα ευρωπαϊκά ομόλογα, ευνοούνται και από την απόφαση που έλαβε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να προχωρήσει σε νέο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης (QE).

Είναι χαρακτηριστικό ότι συνολικά η αξία των ομολόγων (κρατικών και εταιρικών) διεθνώς που έχουν σήμερα αρνητικές αποδόσεις έχει εκτοξευτεί στα 17 τρισ. δολάρια. Στην Ευρωζώνη ομόλογα αξίας 5,6 τρισ. ευρώ από το σύνολο των 8,2 τρισ. ευρώ έχουν αρνητικές αποδόσεις, ενώ σε ό,τι αφορά στα κρατικά ομόλογα το 49% έχει αποδόσεις χαμηλότερες από το επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ, που διαμορφώνεται στο -0,4%. Έτσι, η απόδοση 1,3% που προσφέρουν τα ελληνικά 10ετή ομόλογα είναι άκρως ελκυστική για τους επενδυτές.

Οι ειδικοί του οίκου αξιολόγησης S&P Global υπολογίζουν ότι έως το 2021 το εξαιρετικά χαμηλό κόστος δανεισμού θα προσφέρει ένα δώρο αξίας 140 δισ. ευρώ στα κράτη-μέλη της νομισματικής ένωσης. Θα το αξιοποιήσουν; Τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν για σειρά έργων -από νέους δρόμους και λιμένες μέχρι άλλες υποδομές- αλλά και για τη στροφή στην πράσινη τεχνολογία και σε πιο καθαρή ενέργεια.

Σύμφωνα με ανάλυση του Frank Gill, διευθυντή της ομάδας κρατικών αξιολογήσεων, οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης θα εξοικονομήσουν κατά μέσο όρο στην καταβολή τόκων ποσό που αντιστοιχεί στο 0,10% του ΑΕΠ ή 12 δισ. ευρώ. Τα επόμενα χρόνια η εξοικονόμηση θα είναι πολύ μεγαλύτερη, φτάνοντας στο 0,25% του ΑΕΠ το 2020 και στο 0,80% το 2021. Αθροιστικά και τα τρία έτη το ποσό θα είναι 140 δισ. ευρώ.

Τα νέα δεδομένα στο χρέος

Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, το όφελος από τη ραγδαία αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού είναι διπλό. Από τη μια πλευρά σχεδόν εξαλείφεται το country risk κι από την άλλη δημιουργούνται νέα δεδομένα αναφορικά με τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και τη διαπραγμάτευση που επιδιώκει η κυβέρνηση με τους θεσμούς για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων.

Η απόδοση του 10ετούς διαμορφώνεται στο επίπεδο του 1,3%, όταν στις αρχές του 2019 ήταν στο 4,3%. Επομένως, στην τρέχουσα συγκυρία η χώρα, βάσει του 10ετούς, που αποτελεί το ομόλογο αναφοράς, δανείζεται από τις αγορές με κόστος που προσεγγίζει ή είναι χαμηλότερο σε σχέση με εκείνο των δανείων που έχει λάβει από τους Ευρωπαίους. Σημειώνεται ότι το μεσοσταθμικό επιτόκιο των δανείων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) είναι στο 1,2% και εκείνων του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) είναι κοντά στο 1,5%.

Εν τω μεταξύ, στις εκθέσεις για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους που συνέταξαν τόσο η Κομισιόν τον Μάρτιο του 2018 όσο και το ΔΝΤ τον Μάιο του ίδιου έτους το υπολογισθέν κόστος δανεισμού διαμορφωνόταν στο 4% – όσο ήταν τότε η απόδοση του 10ετούς τίτλου. Λαμβάνοντας αυτό ως δεδομένο, οι Ευρωπαίοι θεώρησαν ότι ο πήχης για τα πρωτογενή πλεονάσματα μέχρι το 2020 πρέπει να τεθεί στο 3,5%.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο είχε επανειλημμένως υποστηρίξει ότι ο στόχος του 3,5% είναι μη ρεαλιστικός και επιζήμιος. Μάλιστα, πρόσφατα η πρώην γενική διευθύντριά του και νυν επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, στην ακρόασή της στο Ευρωκοινοβούλιο ξεκαθάρισε ότι τα πρωτογενή πλεονάσματα επιβαρύνουν σε υπερβολικό βαθμό την ανάπτυξη. Αλλά και ο επικεφαλής του ESM, Κλάους Ρέγκλινγκ, για πρώτη φορά πριν από λίγες μέρες άφησε «παράθυρο» για μείωση των ελληνικών πλεονασμάτων μετά το 2020. Ειδικότερα, ο κ. Ρέγκλινγκ ανέφερε ότι εφόσον ο ρυθμός ανάπτυξης είναι υψηλότερος από τον προβλεπόμενο και το κόστος δανεισμού του Ελληνικού Δημοσίου χαμηλότερο σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, θα μπορούσε μετά το 2020 να ανοίξει μια σχετική συζήτηση.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ενώ οι Ευρωπαίοι επιμένουν στην τήρηση των συμφωνηθέντων, την ίδια στιγμή δεν μπορούν να μην αναγνωρίσουν ότι οι στόχοι αυτοί συμφωνήθηκαν σε ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι η συζήτηση για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων μεταξύ ελληνικής κυβέρνησης και πιστωτών δεν είναι εύκολη. Η «βουτιά» στις αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων είναι ένα «όπλο» στα χέρια της ελληνικής πλευράς, ωστόσο υπάρχει προβληματισμός για τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το ΑΕΠ δύναται να αυξηθεί από το 2020 και μετά, κάτι που, σύμφωνα με τους οικονομολόγους, θεωρείται δύσκολο. Αλλά και για φέτος οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις κάνουν λόγο για ανάπτυξη περίξ του 2,5%.

Το θετικό σενάριο

Από την πλευρά του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο Belgian Business Club επεσήμανε ότι οι πρόσφατες θετικές εξελίξεις, σε συνδυασμό με την άρση των capital controls, αναμένεται να διευκολύνουν την αναβάθμιση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου στη λεγόμενη επενδυτική κατηγορία, εξέλιξη η οποία θα ανοίξει τον δρόμο για την ένταξή τους στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ. Αυτό με τη σειρά του, σύμφωνα με τον κ. Στουρνάρα, θα μειώσει περαιτέρω το κόστος δανεισμού για την ελληνική οικονομία, ενισχύοντας την ανάπτυξη και βελτιώνοντας τη βιωσιμότητα του χρέους. Στο θετικό αυτό σενάριο, η αύξηση του ΑΕΠ μπορεί να είναι υψηλότερη σε σχέση με τις τρέχουσες προβλέψεις και το ποσοστό της να αγγίξει το 3%.

«Κλειδί» επομένως για την έκβαση της διαπραγμάτευσης μεταξύ της ελληνικής κυβέρνησης και των θεσμών αναφορικά με το θέμα των πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί το ποσοστό αύξησης του ΑΕΠ, το οποίο θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες – εγχώριους και εξωγενείς. Γι’ αυτό τον λόγο ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έχει δηλώσει ότι «πρώτα θα κερδίσουμε την αξιοπιστία, έχοντας εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις, και στη συνέχεια θα ανοίξει η συζήτηση για τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων από το 2021 και μετά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο φύλλο 121 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

120 δόσεις: Πόση παράταση έδωσε το Υπουργείο Εργασίας

Προηγούμενο άρθρο 120 δόσεις: Πόση παράταση έδωσε το Υπουργείο Εργασίας
Επόμενο άρθρο Εκδόσεις Λιβάνη: «Πορφυρός Λύκος» του Πέτρου Κασιμάτη