Τουρκική προκλητικότητα και ΑΟΖ



9 Δεκεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 12:01 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 12:01 μμ


Η εβδομάδα που πέρασε επεφύλαξε εκπλήξεις. Τα γεγονότα είναι γνωστά: άπαντες θα έχουν αντιληφθεί ότι η Τουρκία παραμένει σταθερή στην προσέγγιση της σταδιακής επίτευξης στόχων μέσω τετελεσμένων. Η Τουρκία αφενός θα προχωρήσει σε γεωτρήσεις στην κυπριακή ΑΟΖ, αφετέρου θα ετοιμαστεί, σε επόμενο χρόνο, να αξιοποιήσει τη συμφωνία Αγκυρας Τρίπολης ώστε να ξεκινήσει έρευνες νοτίως της Κρήτης, περίπου στο όριο των περιοχών που οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν θεωρήσει ότι αρχίζουν τα ελληνικά τεμάχια. Η Αγκυρα προχωρά βάσει της αυθαίρετης άποψης ότι τα νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, με αποτέλεσμα ακόμη και η Κρήτη να «εξαφανίζεται».

του Κώστα Λάβδα *

Εδώ διαπιστώνουμε ένα πρώτο πρόβλημα: η καθυστέρηση στην επίσημη οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών από την Ελλάδα, με ευθύνη διαδοχικών κυβερνήσεων, αφήνει τη χώρα μας ευάλωτη σε προσχηματικά τουρκικά επιχειρήματα ότι η Αγκυρα κινείται βάσει «συμφωνιών», όπως η πρόσφατη με την Τρίπολη. Εχει αρχίσει να διαφαίνεται μια προσπάθεια από ορισμένους σχολιαστές να πειστεί η κοινή γνώμη ότι πρέπει να συζητήσουμε με την Αγκυρα για τις θαλάσσιες δικαιοδοσίες. Ομως η Τουρκία, αγνοώντας το άρθρο 121 (2) της Σύμβασης Δικαίου της Θάλασσας, εμμένει στην άποψη ότι τα νησιά δεν έχουν δικαίωμα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Οσο η θέση αυτή δεν αλλάζει, ώστε να τεθούν στο τραπέζι ζητήματα έκτασης και σχετικών ορίων της υφαλοκρηπίδας των νησιών μας, τι συζήτηση να γίνει με την Τουρκία;

Ούτε ευσταθεί η άποψη ότι η προσφυγή στη Χάγη θα είναι καλύτερη από κάθε διαπραγμάτευση. Στην πραγματικότητα, μια προσφυγή θα είναι προσφορότερη διέξοδος για το πολιτικό σύστημα, εφόσον οι πολίτες πειστούν πως οι όποιες εκβάσεις δεν το βαρύνουν, ωστόσο η αρχική απόφαση να χρησιμοποιηθεί αυτή η οδός προϋποθέτει επίγνωση της πιθανότητας να βγει χαμένη η Ελλάδα σε επιμέρους ζητήματα. Λύση θα ήταν μια διαπραγμάτευση, αλλά σε διαφορετικές συνθήκες και υπό άλλους όρους. Υποστηρίζω από χρόνια ότι μια προσέγγιση σε τρεις άξονες θα αποδώσει μεσοπρόθεσμα. Βραχυπρόθεσμα, χρειάζεται επίγνωση ότι η εθνική ασφάλεια δεν είναι συνάρτηση μόνο της οικονομικής ευρωστίας.

Μεσοπρόθεσμα, οι τρεις άξονες αναφέρονται, πρώτον, στον εξοπλιστικό εκσυγχρονισμό, δεύτερον, στον μεγαλύτερο διμερή συντονισμό με διαφορετικού τύπου εταίρους, όπως η Γαλλία και το Ισραήλ, υποβαθμίζοντας παράλληλα στις προτεραιότητες μας την όποια ανησυχία για ρωσική διείσδυση στα Δυτικά Βαλκάνια, και, τρίτον, στην αξιοποίηση των οικονομικών και εμπορικών σχέσεων Τουρκίας – ΕΕ. 

Ο τελευταίος αυτός άξονας ίσως ξενίζει. Πράγματι, η άποψη ότι όποιες κυρώσεις ήταν να υποστεί η Τουρκία για την παραβίαση της κυπριακής ΑΟΖ τις έχει υποστεί είναι σωστή. Ομως αυτό δεν εξαντλεί το κεφάλαιο ΕΕ για την Τουρκία. Ακριβώς επειδή οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις έχουν διακοπεί, ενώ η Τουρκία εξακολουθεί να χρειάζεται την ΕΕ οικονομικά και εμπορικά, χρειαζόμαστε μεσοπρόθεσμα μια νέα προσέγγιση, πιθανότατα στο πλαίσιο των μακροχρόνιων γαλλικών προβληματισμών για νέου τύπου οργανωτικές δομές των σχέσεων ΕΕ και νέων εταίρων. Πρέπει να σκύψουμε με σοβαρότητα στο ζήτημα των μελλοντικών ειδικών σχέσεων της ΕΕ με χώρες όπως η Τουρκία, με την οποία η Ελλάδα διατηρεί πολύ καλές εμπορικές σχέσεις και η οποία -παρά τους λεονταρισμούς Ερντογάν– θα χρειαστεί προσεχώς τη Δύση στο οικονομικό πεδίο.

Και μια τελική επισήμανση: οι τρεις άξονες λειτουργούν συνδυαστικά. Χρειάζεται εθνική στρατηγική σε σχέση με την περιοχή μας γενικότερα και την Τουρκία ειδικότερα. Το έλλειμμα στρατηγικής δεν πρέπει να υποκαθίσταται με ευκαιριακές εξάρσεις και πυροτεχνήματα: η υποκατάσταση μπορεί να αποβεί καταστροφική.

* Καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Διευθυντής του Τομέα Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 131 της «Νέας Σελίδας» που κυκλοφόρησε την Κυριακή 8 Δεκεμβρίου.