Η αβέβαιη στιγμή μιας βέβαιης έκρηξης



27 Δεκεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 6:26 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 6:26 μμ


Τι ακριβώς είναι τα Κίτρινα Γιλέκα; Είναι πολιτικό κίνημα; Ποια είναι η ιδεολογία τους; Τι ζητάνε; Οι αντιφατικές προσπάθειες ερμηνείας μάς θυμίζουν την αμηχανία των σχολιαστών της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 και των καταλήψεων των πλατειών το 2011. Για πολλούς ο Δεκέμβρης δεν ήταν πολιτικό φαινόμενο επειδή «τα παιδιά» δεν είχαν συγκεκριμένα αιτήματα. Η πολυμορφία τους δεν χωρούσε στα ερμηνευτικά σχήματα της πολιτικής «επιστήμης». Η εξέγερση ήταν αποτέλεσμα της έντασης ανάμεσα στη δομημένη πολιτική εκπροσώπηση από τη μια και τις ομάδες και τα συμφέροντα που είναι ριζικά αποκλεισμένα από την πολιτική τάξη από την άλλη.

Των Κώστα Δουζίνα και Έλενας Ψυλλάκου*

Μεγάλος αριθμός ανθρώπων δεν μπορεί να διατυπώσει τα πιο ουσιαστικά του αιτήματα στη γλώσσα των πολιτικών προβλημάτων. Με αυτή την έννοια, η εξέγερση είναι η έκφραση πολιτικής δράσης στο σημείο μηδέν. Οι εξεγερμένοι δεν λένε «θέλουμε αυτό ή εκείνο», αλλά μόνο «είμαστε εδώ, είμαστε ενάντια». Δεν διεκδικούν αυτό ή εκείνο το δικαίωμα, αλλά διεκδικούν το δικαίωμα να έχουν δικαιώματα, το δικαίωμα να είναι πολίτες. Ο Δεκέμβρης και τα Κίτρινα Γιλέκα είναι ένα «συμβάν», κατά τον Μπαντιού, μια πολιτική πράξη που διαταράσσει τον αποδεκτό ορισμό της πολιτικής: αυτοί που ήταν αόρατοι, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, βγαίνουν στο προσκήνιο και απαιτούν την αναγνώρισή τους.

Ο Δεκέμβρης ξεκίνησε μια ιστορική ακολουθία που έφτασε μέχρι την πλατεία Συντάγματος και το δημοψήφισμα του 2015. Οι Αγανακτισμένοι αναγγέλλουν τον εαυτό τους μέσα από ένα κοινό αίσθημα και όχι μια κοινή ταξική θέση ή ιδεολογία. Οσο μεγάλα τμήματα των λαών παραμένουν αποκλεισμένα από την πολιτική, δημιουργείται ένα «κεφάλαιο» και μια «οικονομία» αγανάκτησης. Η επένδυση και οι τρόποι εμφάνισής της είναι πολυσχιδείς και απρόβλεπτοι. Ξέρουμε όμως ότι συχνά η αγανάκτηση γίνεται οργή και μια μικρή σπίθα, όπως η αύξηση του φόρου στα καύσομα, οδηγεί στην έκρηξη. Δεν ξέρουμε πότε θα γίνει η επόμενη έκρηξη, γνωρίζουμε όμως ότι θα συμβεί. Στη σημερινή Γαλλία την έκρηξη πυροδότησαν η νεοφιλελεύθερη στιγμή της οικονομικής ανέχειας και το πολιτισμικό συμπλήρωμά της, η κοινωνική ταπείνωση.

Αν μια ιστορική ακολουθία ενώνει την Αθήνα του 2008 με το Παρίσι δέκα χρόνια αργότερα, μια άλλη οδηγεί από το 2011 στο 2018. Ενα νήμα ενώνει τις καταλήψεις στην Πουέρτα ντελ Σολ, το Σύνταγμα, την Κωνσταντινούπολη, το Occupy Wall Street με τα Κίτρινα Γιλέκα του Παρισιού. Ο Μακρόν σε ομιλία πριν από την εκλογή του έλεγε ότι «θέλει να φέρει το Παρίσι πιο κοντά στο Λονδίνο». Αμέσως μετά τη νίκη του, το έκανε πράξη. Οι πολιτικές του αποτελούν «γαλλική» παραλλαγή των μεταρρυθμίσεων της Θάτσερ, του Μπλερ, του Κάμερον: απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, ιδιωτικοποιήσεις, φορολογικές αυξήσεις για τους πλούσιους και μειώσεις για τους φτωχούς. Στην Ελλάδα αυτές οι πολιτικές ξεκίνησαν την περίοδο του «εκσυγχρονισμού» και επιβλήθηκαν βίαια από τα μνημόνια. Τα αιτήματα που διατυπώνονται σήμερα στη Γαλλία είναι τα αιτήματα που διεκδίκησαν και διεκδικούν οι Ελληνες, οι Ισπανοί, οι Πορτογάλοι, οι Ιταλοί. Τα ενώνει μια πυρηνική απαίτηση για διασφάλιση «ελάχιστων» κοινωνικών δικαιωμάτων και κοινωνικής αναγνώρισης. Σε αυτό τον αντικατοπτρισμό μπορούμε να δούμε ένα κίνημα που ξεκίνησε μεν απρόβλεπτα, αλλά δημιούργησε φαινόμενο χιονοστιβάδας.

Τα αιτήματα πολλαπλασιάζονται, βγαίνουν περισσότεροι στον δρόμο, το κίνημα παίρνει διαφορετικές δυναμικές.

Μετά το «συμβάν» του Δεκέμβρη, του Συντάγματος, των Κίτρινων Γιλέκων, η πολιτική επιστρέφει σε μια κανονικότητα. Το πεδίο της, ωστόσο, έχει αλλάξει ριζικά με την εμφάνιση νέων πολιτικοποιημένων υποκειμένων και όρων πολιτικής συμμετοχής. Θα είναι ενδιαφέρον να δούμε την κατάληξη της σύγκρουσης του δρόμου με το Προεδρικό Μέγαρο. Ποιος θα παρουσιαστεί τυπικά ως νικητής όταν ο κόσμος βγάλει τα γιλέκα; Πέρα από τα απτά αποτελέσματα, το κεφάλαιο αγανάκτησης θα έχει πάρει τους τόκους του από τη βίαιη καταστολή και την αδυναμία του συστήματος να κατανοήσει τους «αόρατους» που τους φάνηκαν σαν εξωγήινοι. Θα ηρεμήσει η οργή προσωρινά – μέχρι την επόμενη έκρηξη στα banlieus (προάστια) ή τη France profonde.

Το αποτύπωμα της συνθήκης της έκρηξης ήδη διαμορφώνεται. Στις κοινωνίες των 2/3 η πλειοψηφία έβλεπε το βιοτικό της επίπεδο είτε να είναι σταθερό είτε να βελτιώνεται. Η μειοψηφία αντιμετωπιζόταν με όρους «εξαίρεσης» ως παραβατική ή ως αντικείμενο φιλανθρωπίας. Σήμερα οι όροι αντιστρέφονται. Παρότι οι οικονομικοί δείκτες δείχνουν μικρά ψήγματα ανάπτυξης, οι ανισότητες και η ανεργία αυξάνονται. Τα εισοδήματα δεν εξασφαλίζουν έναν αξιοπρεπή τρόπο διαβίωσης, όπως υποσχέθηκε το μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο. Οι εξεγέρσεις δεν γίνονται επειδή οι άνθρωποι είναι φτωχοί, αλλά επειδή ματαιώνονται οι προσδοκίες τους.

Παράλληλα, έχουμε μπει σε περίοδο αμφισβήτησης του νεοφιλελευθερισμού, ακόμη και υποχώρησής του. Ο νεοφιλελευθερισμός έχει αποτύχει οικονομικά, έχει αποξενώσει, ταπεινώσει και φτωχύνει μεγάλα κομμάτια των λαών σε όλη την Ευρώπη. Δεν έχει φανεί ακόμα ένα νέο σύστημα με εσωτερική συνοχή, παρότι βλέπουμε τη -ρητορική τουλάχιστον- επιστροφή των ΗΠΑ στον προστατευτισμό και τον απομονωτισμό. Αυτή η μεταβατική στιγμή, το μεταίχμιο μεταξύ του παλιού που δεν πέθανε ακόμη και του καινούριου που δεν γεννήθηκε, είναι η εποχή των τεράτων. Η εμφύτευση της Δεξιάς και της ακροδεξιάς σε ολόκληρη την Ευρώπη απορρέει εν μέρει από τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές. Πλάι σε πολιτικές πρακτικές αποκλεισμού και διεύρυνσης των ανισοτήτων, αναδύεται η έκκληση του Ορμπαν και των ομοϊδεατών του για μια «λευκή και χριστιανική Ευρώπη». Η ακροδεξιά σήμερα χτίζει μια δυστοπία στα θεμέλια των χαμένων προσδοκιών.

Είναι παράδοξο να βλέπουμε τον Μακρόν να πηγαίνει ενάντια στην παλίρροια, εισάγοντας νεοφιλελεύθερα μέτρα σε μια εποχή που η επιστροφή σε μια μορφή κοινωνικού κράτους είναι αναγκαία. Δεν είναι μόνο η Γαλλία που χρειάζεται μια νέα αρχή. Είναι το σύνολο της Ευρώπης. Χρειάζονται πανευρωπαϊκά κινήματα διαμαρτυρίας, αντίστασης και συνεργασίας της κοινωνίας των πολιτών, έτσι ώστε οι οικονομικοί και κοινωνικοί χώροι να αναπτύξουν νέες στρατηγικές. Απαιτείται επίσης μια θεσμική επανεκκίνηση που να επιτρέπει σε μεγαλύτερα μέρη της κοινωνίας να συμμετέχουν, εγκαταλείποντας την από τα πάνω οργάνωση του «one model fits all». Πρέπει να σκεφτούμε και πάλι θεσμικές δομές και πρωτοβουλίες «από τα κάτω». Οι Αγανακτισμένοι με τη δημοκρατική οργάνωση και την ιδεολογική πολυφωνία τους δημιούργησαν μια μεγάλη παρακαταθήκη. Μας έδειξαν ότι όταν οι άνθρωποι παίρνουν τις τύχες στα χέρια τους, όταν η δημοκρατία γίνεται τρόπος ζωής, όλα μπορούν να αλλάξουν.

Οι δημοκράτες και οι αριστεροί πρέπει να κατανοήσουν την «οικονομία της αγανάκτησης», την απώλεια της ελπίδας για το μέλλον, που εμφανίζεται άλλοτε ως εισοδηματικό έλλειμμα, άλλοτε ως έλλειμμα αντιπροσώπευσης, άλλοτε ως έλλειμμα πολιτισμού, και εξελίσσεται ταχύτατα σε έλλειμμα αναγνώρισης του ανθρώπου – πολιτισμικής, κοινωνικής και πολιτικής. Η Χάνα Αρεντ έλεγε ότι το πρώτο δικαίωμα είναι το δικαίωμα να έχει κανείς δικαιώματα. Με τα Κίτρινα Γιλέκα η οικονομική δυσφορία συνάντησε αυτή την πρωταρχική ταπείνωση. Οσο για την εξουσία, το Παρίσι πλησίασε το Λονδίνο. Το χάος του Brexit και οι εξεγέρσεις στην άλλη πλευρά τη Μάγχης δείχνουν την αποτυχία των ελίτ και των πολιτικών τους.

* Ο Κώστας Δουζίνας είναι Βουλευτής Α΄ Πειραιά του ΣΥΡΙΖΑ, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και Πρόεδρος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Αμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων. Η Ελενα Ψυλλάκου είναι Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης

Δημοσιεύθηκε στα ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ στο φύλλο 81 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018