Ενα κλείστρο γεμάτο φως

Λίγο πριν την έκθεσή του στο 19ο Festival dell’Aurora στην Ιταλία ο φωτογράφος Σταύρος Χαμπάκης μας διηγείται όσα ειδε ο φακός του στο βλέμμα των Σύρων προσφυγόπουλων σε κάθε γωνιά της χώρας μας



6 Μαρτίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 6:25 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:17 μμ


Κανένας διαδοχικός θάνατος δεν μπορεί να ισοπεδώσει τη δύναμη με την οποία γεννιέται ένα παιδί. Στο ενδιάμεσο της απώλειας και του ολέθρου, το παιδί θα σηκωθεί όρθιο, λερωμένο και όμορφο, θα σκουπίσει τη μύτη του και θα ψάξει να βρει ένα ξύλο ή μια πέτρα που να θυμίζουν παιχνίδι.

Της Χρύσας Φωτοπούλου

Θα μάθει για τους νεκρούς γονείς του και τη χαμένη του πατρίδα και θα κλάψει σε μια γλώσσα κοινή και ύστερα θα κάνει φίλο ένα σκυλί με ανθρώπινη ψυχή για να μην νιώθει μόνο. Σ’ ένα σεληνιακό τοπίο ακινησίας και στάχτης, η μόνη ελπίδα είναι το παιδί που ανασαίνει ακόμη. Που μιλάει στην κούκλα του, στην κούκλα με τα ξεραμένα παιδικά αίματα. Που δεν κρατάει κακία, ακόμη κι αν κάποιος του δείξει έναν προς έναν τους δολοφόνους.

Ο φωτογράφος Σταύρος Χαμπάκης βρέθηκε κοντά σε παιδιά που έζησαν τη φρίκη, τον θόρυβο και το οριακό τέλος και τους ζήτησε να τον κοιτάξουν. Ο φακός του είναι σαν υπόσχεση, σαν ήρεμο πρόσωπο πατέρα ή μάνας. Ενας φακός που στέκεται με αξιοπρέπεια και σοβαρότητα απέναντι σε ανθρώπους που δεν εγκαταλείπουν, απέναντι σε παιδιά που δεν κλαίνε εύκολα.

Στο πλαίσιο του 19ου Festival dell’Aurora, με τίτλο «Μεσόγειος χωρίς σύνορα», θα πραγματοποιηθεί ατομική έκθεση φωτογραφίας του Σταύρου Χαμπάκη, με τίτλο «Μέσα από τα μάτια των παιδιών». Η έκθεση θα διαρκέσει από τις 7 έως τις 30 Μαρτίου 2019 στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Ακρωτηρίου Κολόνα στο Κροτόνε της Ιταλίας. H συλλογή «Μέσα από τα μάτια των παιδιών» περιλαμβάνει φωτογραφίες από τα πρώτα χρόνια της εξαναγκασμένης μετανάστευσης των Σύρων, στην προσπάθειά τους να σωθούν από τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο.

Η ανθρώπινη παλίρροια άρχισε το 2012 και εξαπλώθηκε, καθώς οι συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας έδωσαν τη θέση τους στις μάχες, και κορυφώθηκε στις αρχές του 2016. Ο φωτογράφος ταξίδεψε από τα ανατολικά σύνορα της Ελλάδας έως τα βόρεια, προσπαθώντας να αποτυπώσει τις επιπτώσεις της μετανάστευσης στην ψυχολογία των παιδιών.

Ξερίζωμα, βία, ευαισθητοποίηση

«Η έκθεση προέκυψε μέσω μιας συζήτησης που είχα με μια Ιταλίδα σκηνοθέτιδα γύρω από τη μετανάστευση στην Ευρώπη. Κι αυτή κι εγώ έχουμε ασχοληθεί με το θέμα στοχεύοντας στην ευαισθητοποίηση όλο και περισσότερων ανθρώπων. Εγώ επικεντρώθηκα κυρίως στο πώς εισπράττουν τα παιδιά όλο αυτό. Το ξερίζωμα, τη βία, τον θάνατο», αναφέρει ο Σταύρος Χαμπάκης στη «Νέα Σελίδα».

Οι φωτογραφίες του είναι όλες ασπρόμαυρες. Σκούρα μάτια, ενωμένα φρύδια, παιδιά που δεν φοράνε παπούτσια, που κάνουν κούνια, που φοράνε μαντίλι, που χαίρονται στον ίσκιο ενός ασφαλούς χαρτόκουτου. «Από τις φωτογραφίες δεν λείπει το χρώμα. Εξάλλου, τα μάτια των παιδιών λένε τόσα πολλά. Δεν ένιωθα άνετα κάτι τόσο οδυνηρό και τραγικό να το αποτυπώσω με χρώμα», συμπληρώνει.

Ο Σταύρος Χαμπάκης είναι πατέρας δύο κοριτσιών. Στα ταξίδια του στη Λέσβο, είδε παιδιά που η αντοχή τους ήταν ο ηρωισμός τους, που η χαρά τους πάνω στην εκμηδένιση ήταν η δική τους οβίδα. «Πρώτα αντέδρασα σαν πατέρας. Μπροστά μου περνούσαν ενήλικες και παιδιά που ένιωθαν χαρά για τη σωτηρία τους. Ο γολγοθάς τους όμως δεν είχε τέρμα. Στο πρώτο ταξίδι ήμουν πολύ ταραγμένος. Τη δεύτερη φορά αποφάσισα να έχω μαζί μου χρηστικά πράγματα, για τα παιδιά κυρίως. Καραμέλες, ας πούμε. Περπατώντας στην πόλη, στα πρώτα δέκα χιλιόμετρα, οι καραμέλες μού σώθηκαν όλες. Με σόκαραν τα παιδιά, αλλά ταυτόχρονα μου έδιναν και ελπίδες. Γελούσαν. Το κορίτσι στην κούνια γελούσε. Ενώ είχε χάσει και τους δυο του γονείς. Εντελώς μόνο και γελούσε», λέει ο Σταύρος Χαμπάκης.

Αγάπη

Δεν τον αντιμετώπισε κανείς σαν έναν παράξενο άντρα. Ούτε την κάμερά του φοβήθηκαν. Την αισθάνθηκαν την αγάπη. Συνεννοήθηκαν μαζί του. «Τα παιδιά από τη Συρία ένιωθαν οικεία με την τεχνολογία. Τα πιο μικρά ήταν πιο περίεργα. Τους άρεσε να παρατηρούν τα κουμπιά. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι οι ενήλικες εκτός από κάποια χρήματα κι ένα κινητό δεν κρατούσαν τίποτε άλλο. Τα παιδιά, όλα σχεδόν, είχαν μαζί τους μια κούκλα, ένα παιχνίδι. Βρεγμένα και ταλαιπωρημένα, αλλά το παιχνίδι παιχνίδι. Θυμάμαι ένα πιτσιρίκι με τι πάθος κρατούσε έναν Αγγλο στρατιώτη. Καθώς ανέβαινε μαζί με τη μάνα του την ανηφόρα από την Σκάλα της Συκαμιάς, το παιχνίδι τού έπεσε από τα χέρια και ο μικρός χάλασε τον κόσμο», σημειώνει.

Ο Σταύρος Χαμπάκης είναι ένας ευαίσθητος άνθρωπος. Που η ανάγκη τον σπρώχνει διαρκώς στον δρόμο. Οπως και να είναι ο δρόμος. Που έχει πει ξεκάθαρα στα δικά του παιδιά ότι το παραμύθι που θέλει όλα τα παιδιά της γης να έχουν τη ζέστη και τη δικαιοσύνη που τους πρέπει είναι μια χυδαία επινόηση. «Με ενοχλούσε πάντα η δεδομένη καθημερινότητα. Τα παιδιά μου τα έχω φέρει σε επαφή με παιδιά που τα βιώματά τους είναι τελείως διαφορετικά. Επαιξαν μαζί τους και συνάμα απόρησαν: Πώς μπορούν και κοιμούνται με τόση ευκολία σε ένα χαρτόκουτο;».

Παρατηρώ τη φωτογραφία που απεικονίζει δυο ανοιχτά μάτια. Φαίνεται καθαρά και μια μικρή βλεφαρίδα πάνω στο δεξί μάγουλο. Κάνω μια κίνηση να τη διώξω, αλλά στην πραγματικότητα τη θέλω μαζί μου. Κτήμα μου. Να θυμάμαι με ποιους πρέπει να συμμαχώ, για να γνωρίζομαι ξανά και ξανά με τη ζωή.

Info
www.stavroshabakis.com

Δημοσιεύθηκε στο φύλλο 91 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 3 Μαρτίου