Μαίρη Μπόση στη «Νέα Σελίδα»: Επόμενο τουρκικό βήμα το Καστελόριζο…



25 Ιουνίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 4:21 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 4:24 μμ


Οι Έλληνες πολίτες δεν είναι ψυχολογικά εκπαιδευμένοι για μια επερχόμενη κρίση με την Τουρκία, εκτιμά η καθηγήτρια Διεθνούς Ασφάλειας του Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιά, Μαίρη Μπόση, σε συνέντευξή της στη «Νέα Σελίδα».

Προειδοποιεί ότι ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν με τις δηλώσεις του καταγράφει προθέσεις και διεκδικήσεις «διά της ισχύος», που θα έχουν αντίκρισμα σε πράξεις.

Σύνεντευξη στον Στέφανο Μυτιληναίο
[email protected]

Πρόσφατα εκτιμήσατε ότι η κλιμάκωση με την Τουρκία είναι μη αναστρέψιμη. Τι προτείνετε να κάνουμε από εδώ και πέρα ως Ελλάδα;

Γνωρίζουμε καλά ότι κανένα κράτος και κανένας ηγέτης -μικρού ή μεγάλου κράτους- δεν προβαίνει, κατ’ επανάληψη, σε δηλώσεις δίχως να τις ακολουθούν πράξεις που επιβεβαιώνουν τις δηλωμένες απόψεις. Η Τουρκία από τη δεκαετία τού 1970 το έχει αποδείξει με συνέχεια δηλώσεων και πράξεων (βλ. δημιουργία τετελεσμένων). Η επεκτατική της πολιτική και στρατηγική έχει ενταθεί και θα συνεχίσει να εντείνεται. Η Ελλάδα, ως αποδέκτης αυτών των δηλώσεων και πράξεων, είναι υποχρεωμένη να λειτουργήσει σε τρία επίπεδα και οφείλει να το κάνει άμεσα. Εννοώ ότι οφείλει να έχει σε ετοιμότητα τις ένοπλες δυνάμεις της, κάτι το οποίο αντιλαμβάνομαι από τις δηλώσεις ότι είναι εφικτό, να έχει προβεί στις δέουσες συμμαχίες, ικανές να στηρίξουν τη χώρα, σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο, και οπωσδήποτε να έχει έτοιμη τη διαχείριση του εσωτερικού παράγοντα, που δεν είναι τίποτα άλλο από την ισχυρή στήριξη των επιλογών της από τους πολίτες και, εξυπακούεται, από το ευρύτερο πολιτικό σύστημα. Οπως ανέφερα, οι ένοπλες δυνάμεις της -αν κρίνουμε από τις δηλώσεις που γίνονται- είναι έτοιμες να αντεπεξέλθουν σε μια πιθανή εχθρική κλιμάκωση της Τουρκίας. Οι συμμαχίες έχουν συναφθεί και μέλλει να δούμε αν θα λειτουργήσουν επιχειρησιακά σε περίπτωση εχθρικής αντιπαράθεσης. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα οφείλει να δηλώσει σε εθνικό και διεθνές επίπεδο με απόλυτη σαφήνεια τις προθέσεις της, εφόσον θεωρεί ότι μια εχθρική δύναμη επιβουλεύεται τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Εκείνο που θεωρώ εξόχως ανησυχητικό είναι η διάσπαση απόψεων και εν τέλει των θέσεων των πολιτικών κομμάτων και, κατά συνέπεια, των πολιτών τους οποίους εκφράζουν. Θεωρώ επιπλέον ότι οι πολίτες δεν είναι ψυχολογικά εκπαιδευμένοι για μια επερχόμενη κρίση.

Μήπως η Τουρκία δεν είναι και τόσο «νευρική», αλλά είναι ξεκάθαρα «αναθεωρητική»;

Η Τουρκία έχει κατ’ επανάληψη στηρίξει έμπρακτα τα λεγόμενα της, όσο ακραία και αν ακούγονται για πολλούς. Ο Τούρκος ηγέτης δεν φείδεται ανθρωπίνων ζωών -η περίπτωση της Συρίας το έχει αποδείξει περίτρανα- και προφανώς δεν θεωρεί τη διπλωματία και την ειρήνη ως ιδιαίτερα χρηστικό μέσο, όπως επίσης δεν αντιλαμβάνεται τις διαρκείς δηλώσεις για το Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο μόνο ως λεκτικά παιχνίδια, αλλά ως καταγραφή προθέσεων και διεκδικήσεων διά της ισχύος. Καλό είναι να αντιληφθούμε ότι αυτά που λέγονται από την τουρκική ηγεσία έχουν και θα έχουν αντίκρισμα σε πράξεις. Ο αναθεωρητισμός της Τουρκίας έχει ανάγκη από πειστήρια. Η τακτική της δημιουργίας τετελεσμένων έχει αποδώσει και, μάλιστα, χωρίς ουσιαστική απάντηση.

Η Τουρκία φαίνεται να έχει επιλέξει στην παρούσα φάση να «παίξει» στην Κύπρο. Πόσο πιθανό είναι να τη δούμε να πηγαίνει ακόμα ένα βήμα παραπέρα στο Καστελλόριζο;

Η Τουρκία θεωρεί την Κύπρο «αναπόσπαστο τμήμα της» και ως εγγυήτρια δύναμη, σε συνδυασμό με τους εποίκους, έχει ανατρέψει την πληθυσμιακή κατανομή του βόρειου τμήματος της Κύπρου προς όφελός της. Να σημειώσω ότι η Ελλάδα αποτελεί εγγυήτρια δύναμη για την Κυπριακή Δημοκρατία. Επιπλέον, θα ήθελα να τονίσω τη σημασία του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος. Η αρχή έγινε στην Κύπρο και αν δεν «απαντηθεί» με αποφασιστικό λόγο και πράξεις, το επόμενο βήμα θα είναι, όχι μόνο το Καστελλόριζο, αλλά πολύ περισσότερα. Η τουρκική πλευρά έχει φροντίσει άλλωστε να το δηλώσει σε πολλαπλά επίπεδα. Δυστυχώς, η επήρεια επί του καθορισμού ΑΟΖ του νησιωτικού συμπλέγματος του Καστελλόριζου πολύ φοβάμαι ότι έχει αποτελέσει κατά καιρούς αντικείμενο διμερούς διαπραγμάτευσης, κρίνοντας τουλάχιστον από τις σχετικές δηλώσεις. Πρακτικά, το ερώτημα που γεννάται είναι κατά πόσον είναι αποφασισμένη η ελληνική πλευρά να αναστείλει, αν παραστεί ανάγκη, ένα εγχείρημα γεώτρησης στη «θεωρητική» συναρμογή ελληνικής και κυπριακής ΑΟΖ ή στο αντίστοιχο τμήμα της ελληνικής ΑΟΖ μεταξύ Ρόδου και Καστελλόριζου.

Συζητείται έντονα ότι η Τουρκία θα μπορούσε αντί ενός θερμού επεισοδίου ή «ατυχήματος» να επιλέξει να μας πλήξει «ασύμμετρα», π.χ. με ένα νέο προσφυγικό «τσουνάμι» στα νησιά μας. Πόσο πιθανό το θεωρείτε και πώς μπορούμε να αντιδράσουμε;

Αυτό το κάνει ούτως ή άλλως, το έχει αποδείξει και το αποδεικνύει διαρκώς. Το προσφυγικό ζήτημα είναι για την Τουρκία «ημίμετρο» και όχι μια ουσιαστική πράξη για τα δικά της συμφέροντα. Οι διεκδικήσεις της στα κοιτάσματα της ενέργειας, σε συνδυασμό με τις ακραίες δηλώσεις για «κυριότητα» των ελληνικών νησιών και νησίδων, οφείλουν να μας διατηρούν σε διαρκή εγρήγορση. Οπως επίσης η πάγια θέση της για την υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών θα μπορούσε σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο να λειτουργήσει ως συνδυαστικός παράγοντας σε οποιοδήποτε «ασύμμετρο πλαίσιο». Η ενέργεια, τα κοιτάσματα φυσικού αερίου και πετρελαίου αποτελούν -πάντα αποτελούσαν- «όπλο» και αιτία πολέμου.

Αναφορικά με την κατάσταση στην Αλβανία, σε περίπτωση που ξεφύγει και απειληθούν ζωές Ελλήνων της χώρας, ποια θα έπρεπε να είναι η ενδεδειγμένη αντίδραση της Ελλάδας;

Τίποτα διαφορετικό από αυτό που θα έκανε κάθε χώρα που σέβεται τον εαυτό της και τη μειονότητά της σ’ όποιο σημείο του πλανήτη και αν βρίσκεται. Δεν γνωρίζω κατά πόσον οι διεθνείς θεσμοί θα μπορούσαν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά και με ταχύτητα σε μια τέτοια περίπτωση. Πριν φτάσουμε στο ακραίο σημείο, να θυμίσουμε ότι η ισχυροποίηση της μειονότητας εντός του Αλβανικού κράτους περνά μέσα από ποικίλες στρατηγικές που περιλαμβάνουν ευρύ φάσμα συνεργασιών με το Αλβανικό κράτος στο πλαίσιο του αμοιβαίου οφέλους, αλλά, εάν χρειάζεται, όπως διαφαίνεται, και της προβολής ισχύος έναντι αυτού. Η ελληνική μειονότητα στην Αλβανία είναι εθνική μειονότητα και όχι θρησκευτική ή κάτι άλλο. Πριν συζητηθεί οτιδήποτε άλλο, να θυμίσω ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει αξιοποιηθεί όσο θα έπρεπε από την ελληνική πλευρά, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί η ώσμωση σημαντικών παραγόντων του Αλβανικού κράτους με την εγκληματική δραστηριότητα.

Η Ελλάδα έχει αναγνωριστεί από τις ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναμη των Βαλκανίων. Θεωρείτε ότι μπορεί όντως να έχει αυτό τον ρόλο δίχως τη χρήση σκληρής ισχύος, εάν απαιτηθεί;

Η αναγνώριση αυτή είναι μια θετική παράμετρος αλλά συνήθως αυτά τα ωραία λόγια οφείλουν να στηρίζονται και σε διαρκή εγρήγορση, θεσμική αποτελεσματικότητα και συγκεκριμένες επιδιώξεις από την πλευρά μας. Ο «σεβασμός» από άλλα κράτη προϋποθέτει ένα επίπεδο οικονομικής, πολιτικής και κυρίως στρατιωτικής ισχύος. Οι ισορροπίες ανατρέπονται ταχύτατα στην περιοχή μας και αυτό δεν πρέπει να διαφεύγει. Κάθε σοβαρό κράτος κεφαλαιοποιεί με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο χρόνο το status που διαθέτει.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 107 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 23 Ιουνίου 2019.

Διαβάστε επίσης στη «Νέα Σελίδα»:

Ασπίδα στο Αιγαίο από ΗΠΑ & Γαλλία

ExxonMobil: Σούπερ deal και διπλή στήριξη

Τσίπρας: Ρεσιτάλ υπευθυνότητας στην ώρα της κρίσης