Ο θρυλικός «Τερμίτης» θα ζει στα τραγούδια του

Ο Λαυρέντης ήταν καλλιτέχνης που αγαπήθηκε με πάθος. Για τη γνήσια βάση στην οποία στηρίζεται η τέχνη του, για τις αγάπες και τα μίση που εκφράστηκαν σε γλώσσα κοινού πυρετού.



20 Σεπτεμβρίου 2019 · Ώρα δημοσίευσης: 9:07 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 9:13 μμ


Το Δεύτερο Πρόγραμμα όλη τη Δευτέρα έπαιζε τραγούδια του. Αφίσες στις κολόνες για συναυλίες που πέρασαν και συναυλίες που θα συντηρούσαν λίγο καλοκαίρι ακόμη μέσα στο φθινόπωρο. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας πέθανε τα ξημερώματα της 9ης Σεπτεμβρίου στο σπίτι του, στον Πτελεό Μαγνησίας, ξαφνικά. Το «ξαφνικά» σημαίνει ότι την τελευταία Κυριακή της ζωής του είχε γελάσει, είχε αγκαλιάσει την κόρη του, είχε κάνει βόλτα στο χωριό, είχε μιλήσει με τους φίλους του, είχε ανυπομονήσει για τη συναυλία στο Ηρώδειο στις 10/9 με τον Νίκο Πορτοκάλογλου, είχε πει τη φράση «πω, ρε παιδί μου, ζέστη σήμερα». Μετά έπεσε για ύπνο και δεν ξύπνησε. Από εκεί αρχίζει μια ταχύτητα ζωής που δεν τον περιέχει.

της Χρύσας Φωτοπούλου

Ο Λαυρέντης ήταν καλλιτέχνης που αγαπήθηκε με πάθος. Για τη γνήσια βάση στην οποία στηρίζεται η τέχνη του, για τις αγάπες και τα μίση που εκφράστηκαν σε γλώσσα κοινού πυρετού, για την ισοτιμία μέσα σ’ ένα πλήθος που καίγεται και αναγεννιέται, γιατί ερωτευόταν με τη βελόνα να κολλάει στο «πόσο σε θέλω» (ρε γαμώτο), γιατί μελοποίησε έξοχα τον καίριο λόγο στιχουργών όπως οι Μάνος Ελευθερίου, Αλκης Αλκαίος, Μιχάλης Γκανάς, Γιάννης Bach Σπυρόπουλος, Μιχάλης Μαρματάκης, Λίνα Δημοπούλου, γιατί δεν άφησε στην άκρη τον αυθορμητισμό της σαρωτικής του διάνοιας, γιατί γινόταν η βραχνή αργκό για μια αιωνιότητα κι έναν Ιούλιο, γιατί αγαπούσε τους κολλητούς του και τον κόσμο που τον φώναζε Λαυρέντη -σκέτο-, γιατί κοβόταν για τον Παναθηναϊκό, γιατί κάπνιζε με στιλ τα λεπτά του πουράκια, γιατί για άπειρα χρόνια το «Διδυμότειχο» ήταν η ακομπλεξάριστη παραδοχή μιας γενιάς που γλίτωσε στο «Οχι» της, γιατί ψηλάφησε την πόλη σαν τρομερός έφηβος, γιατί δεν μεγάλωσε ποτέ, γιατί δεν φοβήθηκε ποτέ, γιατί δεν απορρυθμίστηκε από τη σπουδαία απογείωση, γιατί απαξίωσε από την αρχή την ακαμψία της δόξας, γιατί ήταν σοφός, γιατί ήταν πατέρας.

Ο θάνατος είναι κάτι άγριο. Το τέλος είναι κάτι αποπνικτικό. Πεθαίνει ένας άνθρωπος και ψάχνεις τα πιο αιχμηρά του κομμάτια για να στήσεις την αθανασία του. Η θήκη της κιθάρας είναι μισόκλειστη, το κινητό δεν έχει ακόμη ξεφορτιστεί, το τασάκι έχει φρέσκιες στάχτες, τα γυαλιά δακτυλικά αποτυπώματα, το αυτοκίνητο φουλαρισμένη βενζίνη, έρχεται χειμώνας, ο Βασίλης στο Βεάκειο ράκος, τόσο ωραία λόγια παντού.

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας γεννήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 1956 στη Νέα Ιωνία του Βόλου κι από πολύ μικρή ηλικία ήρθε σε επαφή με τη μουσική. Ο πατέρας του ήταν μαέστρος στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Ο ίδιος σπούδασε μουσική στο Ελληνικό Ωδείο. Αργότερα εργάστηκε στην αποθήκη δισκογραφικής εταιρείας, στην ίδια όπου το 1978 κυκλοφόρησε το πρώτο του άλμπουμ σε αγγλικό στίχο με τους P.L.J. Band και τίτλο «Gaspar», έναν δίσκο extended play 45 στροφών.

Ακολούθησαν διάφορες δουλειές, ενώ μετά τη στρατιωτική του θητεία άρχισε να τραγουδά αντάρτικα με τον Πάνο Τζαβέλα στη «Συντροφιά». Στα 20 του χρόνια δημιούργησε με τον Παύλο Κικριλή και τον Τάκη Βασαλάκη το συγκρότημα P.L.J. Το 1983, οπότε και κυκλοφόρησε ο δεύτερος δίσκος τους, το συγκρότημα μετονομάστηκε σε Τερμίτες, όνομα που παραπέμπει στους Beatles, τα «σκαθάρια». Το 1989 ξεκίνησε η προσωπική του σταδιοδρομία ως συνθέτη και ερμηνευτή.

Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας δεν άφησε κανέναν χωρίς να του ψιθυρίσει τον τρόπο να παραμένει άνθρωπος με επιθυμίες και ψυχή. Είναι πολλές οι εστίες της μνήμης που θα σχετίζονται μαζί του στα χρόνια που θα έρθουν. Μελωδίες, λέξεις και πρόσωπα, οι δρόμοι, τα Πατήσια, το Κολωνάκι και η Πλάκα, ο Βόλος, το καλοκαίρι και ο χειμώνας. Και πάντα ο Σεπτέμβριος.

Η τελευταία πράξη στο ήσυχο νεκροταφείο του Ζωγράφου. Δίπλα στη Φιλοσοφική Σχολή. «Μα υπάρχω ακόμα. Είμ’ ακόμα εδώ». Σε συνομιλία που είχα μαζί του στις 27/5/2018, με αφορμή μια συνέντευξη, μου είχε ζητήσει να πάω να τον βρω στο Θέατρο Πέτρας, στη μεγάλη συναυλία με τον Παπακωνσταντίνου: «Να δω με ποιο πρόσωπο ταιριάζει αυτή η φωνή». Κάτι έγινε και δεν πήγα. Στο κινητό τον έχω αποθηκεύσει «Λάρυ». Αριθμός ευκολομνημόνευτος, που δεν θα σβήσω ποτέ.

Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 119 της «Νέας Σελίδας» την Κυριακή 15 Σεπτεμβρίου 2019