Βρέφη & τετράχρονα παιδιά στον εφιάλτη της κακοποίησης

Στοιχεία- Σοκ για μάστιγα στην Ελλάδα της κρίσης



10 Δεκεμβρίου 2018 · Ώρα δημοσίευσης: 12:30 μμ · Τελευταία τροποποίηση: 1:34 μμ


Η Ενωση «Μαζί για το Παιδί» δέχεται κάθε χρόνο περισσότερες από 6.000 κλήσεις για κακοποιήσεις και άλλα ενδοοικογενειακά προβλήματα – «Η οικονομική κατάρρευση των τελευταίων ετών γιγάντωσε το πρόβλημα», εξηγούν ειδικοί στη «Νέα Σελίδα»

Της Δήμητρας Τριανταφύλλου | [email protected]

Η παιδική κακοποίηση αποτελεί ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Καθημερινά οι αρμόδιες υπηρεσίες δέχονται καταγγελίες για ξυλοδαρμούς και άλλες μορφές βίας εναντίον βρεφών, ενώ δεν είναι λίγες οι υποθέσεις που φτάνουν ενώπιον των εισαγγελικών Αρχών.

Με βάση τις εκτιμήσεις, οι 9 στις 10 περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης στην Ελλάδα δεν αναφέρονται ποτέ. Σύμφωνα με έρευνες, 1 στα 2 παιδιά έχει πέσει θύμα τουλάχιστον μιας εμπειρίας σωματικής βίας, 1 στα 10 παιδιά έχει υποστεί σεξουαλική βία, ενώ σχεδόν 3 στα 10 παιδιά θεωρούν ότι είναι παραμελημένα. Παράλληλα, 1 στις 4 Ελληνίδες άνω των 15 έχει βιώσει σωματική ή σεξουαλική βία τουλάχιστον μια φορά στη ζωή της.

Σε ημερίδα που οργάνωσε η Ενωση «Μαζί για το Παιδί» παρουσιάστηκαν συγκλονιστικά στοιχεία από την έρευνα που είχε διεξαγάγει το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με την Ιατροδικαστική Υπηρεσία Θεσσαλονίκης, από το 2005 έως το 2015 90 περιστατικά αφορούσαν σε σωματική κακοποίηση: το 54,4% σε αγόρια και το 45,6% σε κορίτσια. Ο μέσος όρος ηλικιών ήταν τα 9 έτη, ενώ προήλθαν και 5 θάνατοι από σοβαρές κακώσεις. Το 77,7% των δραστών των παραπάνω περιπτώσεων ήταν ο ένας από τους δύο γονείς – συχνότερα ο πατέρας (54,4%).

Κατά τη διάρκεια έρευνας του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος BECAN (Επιδημιολογική μελέτη για την κακοποίηση και παραμέληση του παιδιού στα Βαλκάνια), ρωτήθηκαν 12.000 παιδιά στ΄ δημοτικού, α΄ γυμνασίου και α΄ λυκείου σε σχολεία της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης και της Κρήτης και το 76,8% είχε υποστεί σωματική βία, το 16,2% σεξουαλική, ενώ μόνο το 1% από αυτές τις περιπτώσεις αναφέρθηκε στις Αρχές. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι υπάρχει μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα κρούσματα που λαμβάνουν χώρα και εκείνα που τελικά καταγγέλλονται στις αρμόδιες υπηρεσίες στη χώρα μας.

Οι άνθρωποι που έχουν αφιερώσει, είτε επαγγελματικά είτε εθελοντικά, μεγάλο μέρος της ζωής τους στην καταπολέμηση του προβλήματος έρχονται συχνά αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες καταστάσεις. «Το πιο σοκαριστικό απ’ όλα είναι ότι κακοποιούνται βρέφη και παιδιά προσχολικής ηλικίας. Γονείς ξεσπούν σε παιδάκια 6 και 7 ετών με χαστούκια. Πολύ συχνά οι γονείς δεν ξέρουν ότι κακοποιούν το βρέφος – αρχίζουν λόγω του εκνευρισμού τους να το κουνάνε έντονα και με δύναμη την ώρα που κλαίει ασταμάτητα, κάτι που μπορεί να προκαλέσει εγκεφαλική αιμορραγία στον αναπτυσσόμενο εγκέφαλο του μωρού, προκαλώντας μη αναστρέψιμες βλάβες», εξηγεί στη «Νέα Σελίδα» ο Χρήστος Μπαρτσόκας, πρόεδρος της Ένωσης «Μαζί για το Παιδί» και ομότιμος καθηγητής Παιδιατρικής, δίνοντας την πιο πικρή εικόνα αυτού του φαινόμενου και προσθέτει: «Βλέπουμε αδικαιολόγητα κατάγματα στα βρέφη, σημάδια από ξυλιές στο σώμα και το πρόσωπο».

Κάθε χρόνο η Ένωση «Μαζί για το Παιδί» δέχεται στη γραμμή 11525 περισσότερες από 6.000 κλήσεις για κακοποιήσεις και άλλα ενδοοικογενειακά προβλήματα. Τουλάχιστον 30 περιστατικά παραπέμπονται στις εισαγγελικές Αρχές, ενώ η οικονομική κρίση αποτελεί έναν από τους πιο βασικούς παράγοντες στη διόγκωση του προβλήματος.

«Τις προάλλες άκουσα έναν πατέρα στο ιατρείο να απειλεί το παιδί του με την εξής φράση: “Θα σε θάψω”. Πρόκειται για μια ζοφερή φράση που συνιστά κακοποίηση από μόνη της. Πολύ συχνά οι θύτες είναι άνθρωποι που πιθανώς κακοποιήθηκαν και οι ίδιοι όταν ήταν παιδιά, άρα έμαθαν ότι αυτή είναι η ζωή κι έτσι κυλάει. Σε άλλες περιπτώσεις κακοποιητικοί γονείς είναι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα με τις ουσίες και είναι υπό την επήρειά τους όταν προχωρούν στην κακοποίηση του παιδιού τους», αναφέρει ο κ. Μπαρτσόκας.

Χωρίς καταγραφή 9 στα 10 περιστατικά

Τα παιδιά των μικρότερων ηλικιών αποτελούν την πλειονότητα των θυμάτων. «Δυστυχώς έχει αποδειχτεί ότι τα βρέφη και τα παιδιά κάτω των 4 ετών είναι αυτά που κακοποιούνται συχνότερα, διατρέχοντας τον μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από κακοποίηση λόγω της σωματικής ανάπτυξής τους», λέει στη «Νέα Σελίδα» η ψυχολόγος και οικογενειακή ψυχοθεραπεύτρια Αλεξία Βερνίκου και συμπληρώνει: «Η αλήθεια είναι ότι τα βρέφη και τα παιδιά προσχολικής ηλικίας είναι πιο εύκολοι στόχοι, μια και δεν φέρνουν αντίσταση και είναι εύκολα στον χειρισμό.

Δυστυχώς, 9 στις 10 περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης σε αυτές τις ηλικίες παραμένουν χωρίς καταγραφή, άρα χωρίς αντιμετώπιση. Μιλάμε για περιπτώσεις κακοποίησης που συμβαίνουν μέσα στην οικογένεια και οι γονείς προσπαθούν να τις κρατήσουν μυστικές, είτε λόγω ντροπής είτε επειδή δεν κατανοούν ότι κακοποιούν το βρέφος τους.

Η σημασία της πρόληψης

Η Ελένη Λαζαράτου, καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τονίζει πόσο σημαντική είναι η σημασία της πρόληψης. «Δεν μπορούμε να έχουμε εικόνα για το μέγεθος της κακοποίησης μέσα από νούμερα, γιατί δεν καταγγέλλονται τα περιστατικά. Δυσκολία του προβλήματος στην Ελλάδα είναι ότι κάθε οικογένεια κρύβει την κακοποίηση ή, αν γίνει φανερή, κανένας δεν παίρνει την ευθύνη να την καταγγείλει, ούτε ο δάσκαλος ούτε ο γείτονας», λέει η καθηγήτρια Παιδοψυχιατρικής και τονίζει ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν οι κατάλληλες υπηρεσίες για να ασχοληθούν με το πρόβλημα

«Στην πρωτογενή πρόληψη θα μπορούσαμε να βελτιώσουμε τις συνθήκες μέσα στις οικογένειες. Το να έχουν οι γονείς τον χρόνο να ασχοληθούν δημιουργικά με τα παιδιά τους αλλά και να ξεριζώσουμε απόψεις που συνεχίζουν να υπάρχουν στους κόλπους της κοινωνίας, όπως, π.χ., αυτή που λέει ότι ένα παιδί “στρώνει” με το ξύλο. Είναι μια γενικού τύπου πρόληψη, ένα μοντέλο συμπεριφοράς που πρέπει να υπάρχει μέσα στις οικογένειες. Δευτερευόντως, πρέπει να ασχοληθούμε με τις ομάδες υψηλού κινδύνου. Ποιοι γονείς, δηλαδή, είναι υποψήφιοι να κακοποιήσουν τα παιδιά τους. Κι εδώ πρόκειται συνήθως για οικογένειες που οι γονείς συγκρούονται διαρκώς μεταξύ τους. Τέλος, πρέπει να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε με τα παιδιά που έχουμε διαπιστώσει ότι κακοποιούνται: Θα υποστηρίξουμε τα ίδια και τις οικογένειές τους έτσι ώστε να μπορούν να συνεχίσουν να μένουν μαζί ή θα τα απομακρύνουμε και αν τα απομακρύνουμε πού θα τα πάμε;».

ΤΟ ΠΡΟΦΙΛ ΤΟΥ ΘΥΤΗ
Κουρασμένοι και συναισθηματικά απόντες γονείς

Οσον αφορά στο προφίλ του θύτη, αυτό έχει να κάνει με έναν κουρασμένο και συναισθηματικά απόντα γονιό. «Δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι οι σημερινοί γονείς έχουν δυσκολία στο να βάζουν όρια, κάτι που είναι σοβαρό λάθος. Τα παιδιά πρέπει να ξέρουν τι να περιμένουν από τους γονείς τους, μπερδεύονται πολύ αν οι φροντιστές τους είναι τη μια πολύ αυστηροί και την άλλη πολύ ελαστικοί. Πρέπει να υπάρχει σταθερότητα στην καθημερινότητα των παιδιών. Η έλλειψη του χρόνου όμως εκ μέρους των γονιών, το στρες της δουλειάς και το ότι δεν γνωρίζουν τον τρόπο να είναι σταθεροί και να επικοινωνούν αυτά που πρέπει στα παιδιά κάνουν τους γονείς να προσπαθούν να περάσουν τα μηνύματά τους είτε με τραμπουκισμό είτε με τρομερή υπερπροστασία», εξηγεί στη «Νέα Σελίδα» η Αλεξία Βερνίκου.

*Δημοσιεύτηκε στο φύλλο 79 της Κυριακάτικης εφημερίδας ‘Νέα Σελίδα’ στις 9/12/2018